Εργαλειοθήκη Προσβασιμότητας

Πατήστε εδώ. Θα μεταφερθείτε εκτός ιστοτόπου ώστε να δείτε το βίντεο
15-02-18 Η ομιλία του Υφυπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, Δημήτρη Μπαξεβανάκη, στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής

Πατήστε εδώ. Θα μεταφερθείτε εκτός ιστοτόπου ώστε να δείτε το βίντεο
15-02-18 Σ/Ν για την Ίδρυση του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής: Η ομιλία του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, Κώστα Γαβρόγλου, στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής
Η ίδρυση του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, μια εμβληματική πρωτοβουλία της κυβέρνησης, είναι αντικείμενο μιας πολύ συστηματικής μελέτης για πολλούς μήνες. Επίσης, είναι αντικείμενο πολύ συστηματικής μελέτης για πολλούς μήνες από μία Επιτροπή, η οποία πραγματικά μόχθησε πάρα πολύ. Ευχαριστώ ιδιαιτέρως τα μέλη της Επιτροπής η οποία ήταν και σε συνεχή αλληλεπίδραση κι αλληλοενημέρωση με τις Διοικήσεις των δυο ΤΕΙ. Εδώ έχουμε και ομόφωνες αποφάσεις των δύο Συγκλήτων. Επίσης, στο διά ταύτα, βασιστήκαμε και στις αξιολογήσεις που έχει κάνει η ΑΔΙΠ, σε έκθεση βιωσιμότητας και στην εξαιρετικά πλατιά διαβούλευση που έχει γίνει και για πρώτη φορά για τόσον καιρό επί αυτών των θεμάτων.
Σε αυτό θέλω να ξεχωρίσω την πρωτοφανώς θετική συμμετοχή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση, πάρα πολλοί Δήμοι της περιοχής, συνέβαλαν στη βελτίωση όχι μόνο πτυχών του εγχειρήματος αλλά προσφέροντας και υλικές υποδομές για το μέλλον. Και αυτό ας το πιστωθούμε συνολικά ως κοινωνία και ας αποτελέσει συνολικά μία απάντηση και ως προς την αγωνία που έχει η κοινωνία μας για την αναβάθμιση της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης.
Τώρα υπάρχει πραγματικά μία ανάγκη αποκατάστασης της ακαδημαϊκής κανονικότητας στο χώρο των ΑΕΙ. Δεν το λέω για όσους είναι σήμερα στην αίθουσα, αλλά το λέω και για όσους μας ακούνε. Τα ΤΕΙ, από το 2002, είναι κι αυτά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Γιατί πάρα πολλές φορές γίνεται αυτό το λάθος, λέμε ΑΕΙ και ΤΕΙ. Είναι λάθος: είναι Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ. Είναι Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα.
Η ίδρυση του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής έχει κι ένα άλλο στοιχείο πολύ ενδιαφέρον. Έρχεται να θεραπεύσει μία αναντιστοιχία ανάμεσα σε μία ακαδημαϊκή πραγματικότητα και το θεσμικό καθεστώς των ίδιων των ΤΕΙ. Κι αυτό δεν είναι μόνον στο ΤΕΙ Αθηνών και στο ΤΕΙ Πειραιά. Το βλέπουμε και σε πάρα πολλά άλλα ΤΕΙ της χώρας μας γιατί πάρα πολλά τμήματα είναι de facto Πανεπιστημιακά. Όχι γιατί κάποια κυβέρνηση φρόντισε να τα κάνει, αλλά επειδή ο κόσμος, οι ακαδημαϊκοί, η δυναμική των πραγμάτων, τα διαμόρφωσε ως Πανεπιστημιακά Τμήματα. Εδώ λοιπόν υπάρχει κι ένα θέμα της αναγνώρισης μίας ακαδημαϊκής πραγματικότητας. Και το λέμε αυτό, γιατί πρέπει να είμαστε αυτοκριτικοί. Ξέρετε ότι δεν συνηθίζουμε, εγώ τουλάχιστον δεν συνηθίζω να λέω ότι ο τάδε φταίει, ο δείνα φταίει κτλ. Πάντως, να δεχτούμε ότι για περίπλοκους πολιτικούς και κοινωνικούς λόγους, τα ΤΕΙ αφέθηκαν στην τύχη τους για δεκαετίες. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Το να λέμε ότι όλα έγιναν ΑΕΙ το 2002 δεν βοηθάει γιατί δεν σημαίνει ότι έχεις μία φροντίδα, ότι έχεις μία στρατηγική. Γιατί εμείς δεν λέμε ότι πανεπιστημιοποιούνται όλα τα ΤΕΙ. Να είναι σαφές αυτό και θα επανέλθω.
Εδώ λοιπόν θα πρέπει να δούμε: Πρώτον, ποια θα πρέπει να είναι η πολιτική της Πολιτείας για την αναβάθμιση της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης κι εκεί μέσα και το μέλλον των ΤΕΙ. Και δεύτερον, όλοι μας θα πρέπει να έχουμε μία ευθύνη να πείσουμε πολλά τμήματα της ελληνικής κοινωνίας ότι τα ΤΕΙ δεν είναι Πανεπιστήμια δεύτερης κατηγορίας. Γιατί αυτά που λέγονται ιδιωτικώς, ή κυκλοφορούν ή ψιθυρίζονται, δεν τιμούν κανέναν στην κοινωνία μας. Εδώ λοιπόν έχουμε να κάνουμε με ένα κοινωνικό και πολιτικό και ακαδημαϊκό πρόβλημα και καλούμαστε όλοι να δούμε με ποιο τρόπο μπορεί να γίνει αυτή η αναβάθμιση.
Η αναβάθμιση λοιπόν για μας, είναι τα νέα και σύγχρονα προγράμματα σπουδών. Είναι η αναγνώριση, όπως σας είπα, της ακαδημαϊκής πραγματικότητας όπως έχει διαμορφωθεί. Είναι η ακόμα μεγαλύτερη δυνατότητα ερευνητικών διεργασιών και βεβαίως να κατανοήσουμε και τη μεγάλη σημασία που έχει το διδακτικό προσωπικό. Είμαι σίγουρος ότι πολλοί γνωρίζετε ότι ειδικά στα ΤΕΙ και ειδικά στα ΤΕΙ Αθηνών και Πειραιά, έχουμε διδακτικό προσωπικό πρώτης τάξης. Σας προκαλώ να δείτε βιογραφικά να δείτε όλα τα στοιχεία αυτά τα οποία είναι αναρτημένα.
Μέσα, λοιπόν, ακριβώς σ’ αυτή τη λογική προχωρήσαμε στη διερεύνηση των δυνατοτήτων για συνέργειες ανάμεσα στα ΤΕΙ και τα Πανεπιστήμια. Πώς το κάνουμε αυτό; Συγκροτούμε ομάδες εργασίας από άτομα που γνωρίζουν πολύ καλά τις τοπικές συνθήκες και ζητάμε οι επιτροπές αυτές να μας δώσουν ένα πόρισμα το οποίο έχει συνταχθεί με βάση αποκλειστικά ακαδημαϊκά κριτήρια. Το τι θα γίνει κοινωνικά και πολιτικά είναι δεύτερο και τρίτο στάδιο. Το πρώτο είναι τα ακαδημαϊκά κριτήρια. Στη συνέχεια το Υπουργείο παίρνει αυτήν την έκθεση, έρχεται σε επαφή με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, έρχεται σε επαφή με τους βουλευτές και στη συνέχεια παίρνει τις πολιτικές αποφάσεις. Δεν είναι το αντίστροφο! Δεν παίρνουμε πολιτικές αποφάσεις και μετά… βάζουμε τα δύο πόδια στο ίδιο παπούτσι. Δεν πάνε έτσι τα πράγματα στον ακαδημαϊκό κόσμο. Και σε αυτό έχουμε πραγματικά πρωτοφανείς επιτυχίες και οι πρωτοφανείς αυτές επιτυχίες είναι επειδή συνεργάζονται και άτομα τα οποία ανήκουν σε πολλούς πολιτικούς χώρους. Και το υπογραμμίζουμε αυτό. Δεν είναι ένα θέμα δικών μας -σε εισαγωγικά- ανθρώπων που κάνουν αυτές τις κινήσεις. Το τελευταίο που μας ενδιαφέρει είναι αυτό.
Με αυτή τη λογική κάναμε μία αντίστοιχη ομάδα εργασίας ανάμεσα στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και το ΑΕΙ Ιονίων Νήσων, ανάμεσα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και το ΤΕΙ Ηπείρου, ανάμεσα στο ΤΕΙ Θεσσαλίας και το ΤΕΙ Στερεάς Ελλάδας, ανάμεσα στο ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας και το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας όπως και το Πανεπιστήμιο Πατρών και το ΤΕΙ Δυτικής Ελλάδας. Από ορισμένα έχουμε ομόφωνες αποφάσεις, ορισμένα συνεχίζουν ακόμα να λειτουργούν. Αυτό τώρα τι σημαίνει; Ότι δεν υπάρχουν προβλήματα; Ότι δεν υπάρχουν αντιρρήσεις; Αλίμονο αν ήταν έτσι τα πράγματα. Αλλά έχει μεγάλη σημασία ότι όλοι, δέχονται τη νομιμότητα και την ορθότητα αυτής της διαδικασίας.
Είναι προφανές ότι εδώ θα έχουμε προβλήματα. Και τα προβλήματα σε ένα τόσο περίπλοκο εγχείρημα είναι προβλήματα ακαδημαϊκού χαρακτήρα, είναι προβλήματα προσωπικού χαρακτήρα, είναι προβλήματα τοπικού χαρακτήρα. Η χώρα δεν αλλάζει επειδή υπάρχει ένα σχέδιο αναβάθμισης της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Το σημαντικό όμως είναι το εξής, κι αυτό πάλι το πιστώνεται ο τόπος μας συνολικότερα. Για πρώτη φορά καθίσανε άτομα από τα Πανεπιστήμια και άτομα από τα ΤΕΙ γύρω από το ίδιο τραπέζι και μέσα σε ένα βαρύ παρελθόν – γιατί το παρόν, δεν είναι ένα πράγμα αδιαμόρφωτο, έχει σχέση και με το παρελθόν όλων αυτών των προβληματισμών- όχι μόνο κατάφεραν να συνεννοηθούν αλλά έχουν κάνει κι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και προωθητικές προτάσεις.
Τώρα, να κάνω μία μικρή παρένθεση: Υπήρχαν εστίες -όχι στη διαδικασία της ίδρυσης του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής αλλά στην υπόλοιπη Ελλάδα- που δεν φαντάζονταν ότι θα φτάσουμε στη σημερινή μέρα. Και βλέπουμε, πληροφορούμαστε και διαβάζουμε, για κάποιες «άτσαλες κινήσεις» με «πολιτικά κίνητρα». Επιμένω, όχι στο ΤΕΙ Αθηνών και Πειραιά ούτε και αυτά που σας ανέφερα πριν. Εμείς δεν πρόκειται να υποχωρήσουμε σε τέτοιου είδους κινήσεις οι οποίες έχουν πολιτικά κίνητρα και όχι ακαδημαϊκά. Αυτό να είναι σαφές: δεν πρόκειται! Ο ακαδημαϊσμός είναι το πρώτο κριτήριο και θα είμαστε πολύ σκληροί με όλους όσοι θέλουν να μετατρέψουν το ακαδημαϊκό σε πολιτικό.
Στο σχέδιο αναβάθμισης, ένα από τα πολύ βασικά θέματα, όπως σας είπα, είναι το θέμα των προγραμμάτων σπουδών. Το δεύτερο, είναι η δημιουργία Τμημάτων κι έχει σημασία αυτό με επιστημολογική σαφήνεια -όχι μόνο με επιστημονική σαφήνεια, με επιστημολογική σαφήνεια- και το οποίο σχετίζεται μ’ αυτά που γίνονται διεθνώς. Αν δείτε πάρα πολλές ονομασίες Τμημάτων -για λόγους που όλοι γνωρίζουμε και δεν υπάρχει κανένας λόγος να πάμε πίσω και να αναμοχλεύσουμε αυτά τα προβλήματα- είναι τουλάχιστον προβληματικά. Εμείς λοιπόν λέμε ότι δημιουργούμε μια σειρά από νέα Τμήματα και τα νέα αυτά Τμήματα, κατ’ αρχήν συμβαδίζουν με αντίστοιχα Τμήματα διεθνώς. Και τα Τμήματα αυτά δεν έχουν ασάφειες επιστημολογικού χαρακτήρα.
Ένα από τα πράγματα για τα οποία, ως γνωστόν, έχουμε κατηγορηθεί και κατά τη γνώμη μας έχουμε κατηγορηθεί πάρα πολύ άδικα είναι το θέμα της αριστείας. Και κυκλοφορούν γραπτά, είναι δημόσια, που λένε ότι ουσιαστικά παίρνεις τα ΤΕΙ τα οποία δεν αξίζουν τίποτα και τα κάνεις Πανεπιστήμιο και υποβαθμίζεις το Πανεπιστήμιο. Πρώτον, αν όντως υπάρχουν σε αυτήν την αίθουσα, κι ελπίζω να μην υπάρχει αυτή η προβληματική, θα ήθελα να αναπτυχθεί με σαφήνεια. Δεύτερον, να σας πω ότι τα δυο ΤΕΙ είναι μέλη της Γενικής Συνέλευσης του ΕΛΙΔΕΚ με πολύ αυστηρότερα κριτήρια από ό, τι έχουν ορισμένα Πανεπιστήμια που είναι εξ οφίτσιο επειδή είναι Πανεπιστήμια. Και θα σας παρακαλούσα, κι επειδή αυτά είναι δημόσια, να δείτε πόσα ερευνητικά προγράμματα έχουν πάρει αυτά τα Ιδρύματα, πόσες διακρίσεις έχουν. Να το δούμε και να μην το χρεώσουμε στον όποιον ΣΥΡΙΖΑ. Να το χρεώσουμε στον κόσμο που κατάφερε κι έφερε αυτά τα Ιδρύματα σε αυτό το επίπεδο της αριστείας.
Τώρα, υπάρχει ένα πολύ ενδιαφέρον εγχείρημα, στο οποίο το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής ελπίζουμε να πρωτοπορήσει. Και αυτό είναι η δημιουργία και η λειτουργία των διετών προγραμμάτων σπουδών. Με το Νόμο του Αυγούστου τα προγράμματα αυτά τα έχουμε ιδρύσει και με το συγκεκριμένο Νόμο νομοθετούμε για το πώς ακριβώς θα λειτουργήσουν.
Τα διετή προγράμματα σπουδών θα είναι προγράμματα στα οποία θα έχουν πρόσβαση προνομιακά οι πτυχιούχοι των ΕΠΑΛ, οι οποίοι επίσης δεν είναι παιδιά ενός κατώτερου Θεού. Και ξέρετε τις σπουδαίες βελτιώσεις που έχουμε κάνει σε αυτόν τον τομέα τον οποίο όταν τον πήραμε στα χέρια μας ήταν σε ένα χάος. Τα παιδιά αυτά, λοιπόν, θα μπορούν να μπουν στα διετή προγράμματα σπουδών και να τα παρακολουθήσουν. Τα διετή προγράμματα σπουδών θα είναι υπό την εποπτεία του ακαδημαϊκού προσωπικού των Πανεπιστημίων, μαζί δε και με τους παραγωγικούς φορείς. Διότι, εμείς θέλουμε στο τέλος αυτών των προγραμμάτων σπουδών, τα παιδιά να παίρνουν κατευθείαν πιστοποιητικό ευρωπαϊκό επαγγελματικών προσόντων και θα μπορούν να έχουν κάνει πρακτική άσκηση. Γι αυτό δεν πρόκειται να ιδρύσουμε κανένα τέτοιο πρόγραμμα αν όλα αυτά τα στοιχεία -πρώτα της ακαδημαϊκότητας και δεύτερον της δυνατότητας ενός σοβαρού πιστοποιητικού- δεν είναι κατοχυρωμένα από πριν.
Άρα, μέσα από το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής -γιατί τα δύο ΤΕΙ είναι τα μόνα τα οποία ήρθαν με πολύ συγκεκριμένες προτάσεις για τα διετή προγράμματα σπουδών, έχει έρθει και το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων μαζί με το ΤΕΙ Ηπείρου και κάνουμε αντίστοιχες διεργασίες και εκεί- θα αρχίσει να δημιουργείται κι αυτός ο ακαδημαϊκά πρόσφορος και κοινωνικά ωφέλιμος και χρήσιμος θεσμός.
Τώρα, κάτι άλλο που κυκλοφορεί και όποιος έχει πρόβλημα, πρέπει -και θα σας παρακαλούσα κύριε Πρόεδρε να του δώσετε όσο χρόνο χρειάζεται- να μιλήσει εδώ για το θέμα της κρίσης των καθηγητών. Διότι το θέμα της κρίσης των καθηγητών είναι ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, είναι ένα ζήτημα που δεν πρέπει να ειδωθεί με την οπτική ότι οι δεύτερης κατηγορίας καθηγητές των ΤΕΙ θα γίνουν καθηγητές πανεπιστημίου. Αυτό πραγματικά δεν τιμά κανέναν μας. Έχουμε, και αν θέλετε μπορώ να καταθέσω στα πρακτικά, τα προσόντα που χρειάζονται οι επίκουροι και αναπληρωτές καθηγητές στα ΤΕΙ και έχουμε πίνακες που συγκρίνουν τα προσόντα αυτά με τα προσόντα των επικούρων και αναπληρωτών στα Πανεπιστήμια. Και θα δείτε ότι είναι πολύ υψηλότερα. Στους καθηγητές πρώτης βαθμίδας δεν είναι το ίδιο. Και εκεί προβλέπεται μία συγκεκριμένη διαδικασία κρίσης. Αλλά η κρίση δεν είναι τιμωρία. Η κρίση δεν είναι εξευτελισμός. Η κρίση είναι ένας τρόπος αναγνώρισης μιας ακαδημαϊκής πραγματικότητας. Και εδώ δεν κάνω έκκληση για γενναιοδωρία, δεν κάνω έκκληση για χατίρια, κάνω έκκληση για ακαδημαϊκότητα. Και με αυτή την έννοια εμείς είμαστε σίγουροι ότι δεν θα υπάρχει κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα και κυρίως ελπίζουμε να μην υπάρχει καμία συζήτηση για το ποιος έχει το μονοπώλιο της κρίσης. Δηλαδή, δεν υπάρχουν μονοπώλια της κρίσης. Η μόνη κρίση στην επιστήμη είναι αν η ακαδημαϊκή κοινότητα η διεθνής σε αναγνωρίζει ή όχι. Όλα τα υπόλοιπα είναι λεπτομέρειες. Και ξέρουμε υπάρχει κόσμος εκτός Πανεπιστημίων που τον θαυμάζει η ακαδημαϊκή κοινότητα διεθνώς, όχι στο συγκεκριμένο εγχείρημα και υπάρχουν άνθρωποι με 500 οφίτσια που δεν τους δίνει σημασία η ακαδημαϊκή κοινότητα διεθνώς. Άρα εδώ πεδίο δόξης λαμπρόν να επανακτηθεί η ακαδημαϊκότητα σε όλα τα επίπεδα.
Τώρα, υπάρχουν ορισμένα προβλήματα. Όπως σας είπα στην αρχή, αλίμονο αν δεν υπήρχαν. Και θα σας πω πώς προτείνουμε να αντιμετωπιστούν και μέσα από τη συζήτηση είμαι σίγουρος ότι θα υπάρχουν και οι αναγκαίες μετακινήσεις ανάλογα με την επιχειρηματολογία.
Το θέμα των επαγγελματικών δικαιωμάτων είναι ένα από τα εξαιρετικά δύσκολα ζητήματα της Ανώτατης Εκπαίδευσης του τόπου μας. Είναι επί δεκαετίες. Ήδη από την προηγούμενη πολιτική ηγεσία, και μάλιστα είναι εδώ και η Αναπληρώτρια Υπουργός, η κυρία Αναγνωστοπούλου, άρχισε να συζητείται το θέμα των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων ΤΕΙ. Συνεχίζουμε εμείς αυτή τη συζήτηση με αποκορύφωμα τη συγκρότηση επιτροπών ανάμεσα σε εκπροσώπους των Πολυτεχνείων και των διπλωματούχων Μηχανικών και των Τμημάτων Μηχανικών των ΤΕΙ και πτυχιούχων Μηχανικών των ΤΕΙ. Εμείς λοιπόν τι κάνουμε; Συλλέγουμε τα Προγράμματα Σπουδών και κυρίως τις προτάσεις που μας έχουν έρθει και κωδικοποιούμε τα επαγγελματικά δικαιώματα συγκρίνοντάς τα με τα αντίστοιχα της Ευρώπης. Και με τα συναρμόδια υπουργεία θα προχωρήσουμε στην έκδοση των Προεδρικών Διαταγμάτων. Όποιο επαγγελματικό δικαίωμα έχουν οι απόφοιτοι μέχρι τώρα, δεν θίγεται. Όσοι αποφοιτήσουν από το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής θα έχουν τα ίδια επαγγελματικά δικαιώματα με αυτά των αποφοίτων μέχρι τώρα. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι έχουν την ίδια εκπαίδευση. Προφανώς η επιστήμη προχωράει, τα Προγράμματα Σπουδών ανανεώνονται σε κάθε τομέα. Άλλο θέμα είναι τι εκπαίδευση παίρνει ο καθένας και άλλο το θέμα των επαγγελματικών δικαιωμάτων. Και αυτό είναι ένα θέμα που, αν χρειαστεί οτιδήποτε, δεν πρόκειται να προχωρήσουμε αν δεν υπάρχει απόλυτη συναίνεση με οποιονδήποτε. Επαναλαμβάνω για να μην έχουμε παρεξηγήσεις. Δεν θίγεται κανένα από τα επαγγελματικά δικαιώματα. Δεύτερον, προχωράμε ήδη στη λειτουργία των επιτροπών. Δεν λέω στη συγκρότηση αλλά στη λειτουργία των επιτροπών, και μάλιστα έχουν προχωρήσει πάρα πολύ, για να προχωρήσουν επαγγελματικά δικαιώματα τομέων που δεν έχουν ακόμα επαγγελματικά δικαιώματα και οι απόφοιτοι θα έχουν τα ίδια επαγγελματικά δικαιώματα με όσους έχουν αποφοιτήσει.
Θα μου επιτρέψετε ένα σχόλιο, και το λέω έτσι πολιτικά γιατί εδώ μέσα έχουμε πράγματι πολλές φορές συνεννοηθεί σε πολύ περίπλοκα ζητήματα. Υπάρχει μία συντεχνιοποίηση στην κοινωνία μας. Και μπορεί ο πιο σοβαρός κίνδυνος για τη δημοκρατία μακροπρόθεσμα να είναι αυτή η συντεχνιοποίηση. Διότι η συντεχνιοποίηση υπονομεύει μία κοινωνία που βασίζεται στη συναίνεση. Εγώ λέω ότι υπάρχουν πολλά προβλήματα, ακόμα και σε εκείνα τα επαγγελματικά δικαιώματα που είναι αναγνωρισμένα. Ωραία, υπάρχουν τρόποι να λυθούν αυτά. Δεν μπορεί όμως να λυθούν με βάση εντάσεις, που καμιά φορά κρύβουν τα σοβαρά επιχειρήματα και ανάγουν το πρόβλημα αυτό σε μαύρο-άσπρο.
Τώρα, για τους αποφοίτους και των συγκεκριμένων ιδρυμάτων και των άλλων αντίστοιχων γνωστικών περιοχών: Καταρχήν όσοι ήδη φοιτούν, αυτοί με δική τους δήλωση θα πουν αν θέλουν να πάρουν πτυχίο ΤΕΙ ή αν θέλουνε να πάρουν πτυχίο από το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής. Όσοι πουν ότι θέλουν να πάρουν πτυχίο ΤΕΙ, θα ολοκληρώσουν τις σπουδές τους όπως θα τις ολοκλήρωναν. Για αυτούς που θέλουν να πάρουν πτυχίο Πανεπιστημίου, θα πρέπει κάθε τμήμα καινούριο που ιδρύεται, μέσα από τις Γενικές Συνελεύσεις όπως γίνεται χρόνια τώρα, να αποφασίσει τι πρόσθετα μαθήματα, τι πρόσθετα σεμινάρια πρέπει να πάρουν, αναγνωρίζοντας ήδη κάποια, ώστε να πάρουν πτυχίο Πανεπιστημίου.
Εδώ τώρα θα πρέπει να δούμε τι έχει γίνει με τους αποφοίτους. Όπως καταλαβαίνετε δεν μπορεί τίποτα να γίνει αυτόματα. Είναι άδικο. Εκείνο που θα γίνει είναι το εξής: Θα υπάρχουν -πάλι με πρόταση της Διοικούσας Επιτροπής, όπου θα γίνει συνεννόηση και με τα Τμήματα- ευνοϊκότερες διατάξεις ως προς τις κατατακτήριες εξετάσεις. Και όταν κάνεις κατατακτήριες εξετάσεις, αν πας σε έναν κλάδο ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με το πτυχίο που πήρες, το κάνεις απ’ την αρχή. Αν έχει κάποια σχέση, αναγνωρίζονται μαθήματα. Αυτή είναι η συνήθης πρακτική και είναι και πολύ σωστή πρακτική. Εδώ λοιπόν το κάθε Τμήμα θα πει ποια μαθήματα θα αναγνωρίσει στα παιδιά που θα πάρουν κατατακτήριες εξετάσεις. Και βεβαίως αυτό δεν θα είναι μόνο για το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, θα είναι και για τις υπόλοιπες συνέργειες και για όλους τους κλάδους.
Τώρα τελειώνω πάλι με κάτι που εμείς δεν καταλαβαίνουμε γιατί έχει γίνει τόση φασαρία. Και αυτό είναι για το θέμα της υποχρεωτικής δίχρονης προσχολικής εκπαίδευσης. Τα λέω όλα τα προβλήματα για να μην θεωρηθεί ότι τα βάζουμε κάτω απ’ το χαλί. Η ελληνική κοινωνία για δεκαετίες έχει μία αξίωση από την Πολιτεία. Να δημιουργήσει αξιόπιστες κοινωνικές δομές, αποτελεσματικές κοινωνικές δομές, να δημιουργήσει σοβαρές κοινωνικές δομές και σε αυτές η Εκπαίδευση και η Υγεία είναι οι πρώτες. Δεν λέω ότι αρχίζουμε απ’ το μηδέν. Θα ήτανε πραγματικά υπερφίαλο. Πάντως, ο στόχος είναι να μιλήσουμε στην κοινωνία και να της πούμε ότι υπάρχει σχέδιο για δημιουργία αξιόπιστων δομών, και όσον αφορά εμάς, εκπαιδευτικών δομών. Τώρα, το πιο δύσκολο πρόβλημα σε μία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση -το πιο δύσκολο, και από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα είναι ελάχιστες φορές που έχει γίνει αυτό- δεν είναι να αποτυπώσεις το οραματικό σου στοιχείο, δεν είναι να αποτυπώσεις το τελικό στάδιο, όσο είναι να επεξεργαστείς τις μεταβατικές περιόδους. Διότι δεν αρχίζεις από το μηδέν. Δεν πατάς ένα κουμπί να πεις «ωραία, εμείς τώρα αρχίζουμε από το μηδέν, δημιουργούμε ένα πράγμα από την αρχή». Πάντα, στην εκπαίδευση ειδικά, έχεις αυτή τη μεταβατική περίοδο. Και επειδή η εκπαίδευση είναι και θέματα νοοτροπιών, είναι θέματα που αγγίζουν όλη την οικογένεια και όλη την κοινωνία, αυτό το ζήτημα της μεταβατικότητας θέλει πάρα πολύ μεγάλη προσοχή. Εμείς λοιπόν, αυτό που λέμε είναι ότι προτείνουμε την καθιέρωση της υποχρεωτικής δίχρονης προσχολικής εκπαίδευσης στο πλαίσιο της καθιέρωσης της δεκατετράχρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Νομίζω ότι αυτό είναι πεντακάθαρο. Το ερώτημα είναι με ποια μετάβαση και με ποια βήματα μεταβατικά θα μπορέσουμε να φτάσουμε αυτό, όχι σε ένα απώτερο και οραματικό παρελθόν, αλλά σχετικά άμεσα. Γιατί σίγουρα αυτό δεν μπορεί να γίνει αύριο. Η δική μας πρόταση είναι ότι αυτό μπορεί να γίνει σε τρία χρόνια. Και δεσμευόμαστε στο σχέδιό μας να γίνει αποτίμηση και κριτική αν αυτό το πράγμα είναι δυνατόν να γίνει ή όχι, και εμείς πιστεύουμε ότι είναι δυνατό να γίνει αυτό.
Τώρα, ως προς τη δίχρονη προσχολική εκπαίδευση, που συνήθως είναι τα νήπια από 4άρων μέχρι 6 ετών. Η Πολιτεία προγραμματίζει την ολοκλήρωση των προϋποθέσεων σε όλη την Ελλάδα, σε μία τριετία, σε συνεργασία με τους δήμους. Διότι δεν έχει κανένα νόημα να λες «ωραία, τώρα θα την κάνω υποχρεωτική» και να έχεις μεγάλα προβλήματα με τις υποδομές, να έχεις μεγάλα προβλήματα δημοσιονομικά, να έχεις μεγάλα προβλήματα με τους εκπαιδευτικούς κλπ. Λέμε λοιπόν εμείς ότι μέχρι το τέλος της τριετίας που θα εξασφαλιστούν όλες αυτές οι προϋποθέσεις, από τον Σεπτέμβριο αρχίζουμε σταδιακά για να πείσουμε την ελληνική κοινωνία, όχι ότι στα τρία χρόνια θα είναι όλα μαζί, αλλά ότι ήδη αρχίζουμε από τώρα και σε 240 περίπου δήμους θα έχουν οι οικογένειες τη δυνατότητα να στείλουν τα παιδιά τους δύο χρόνια νηπιαγωγείο.
Τώρα, είναι αδύνατο-και το τονίζω, είναι αδύνατο- να υπάρξει μια σοβαρή προσπάθεια δημιουργίας εκπαιδευτικών δομών και ιδιαίτερα νηπιαγωγείων, χωρίς ταυτόχρονη-και είναι υπογραμμισμένο το ‘ταυτόχρονη’- αναβάθμιση των παιδικών σταθμών. Τα δύο πάνε χέρι-χέρι. Εμείς λοιπόν λέμε ότι οτιδήποτε περνάει και σε συνεργασία με τους δήμους. Και το λέμε αυτό γιατί αν ο στόχος είναι οι αξιόπιστες εκπαιδευτικές δομές, οι αξιόπιστες εκπαιδευτικές δομές μπορούν να γίνουν δυνατές μόνο μέσα από έναν προγραμματισμό με όλους τους αντίστοιχους φορείς της κοινωνίας.
Με αυτή τη λογική λοιπόν, έχει πολύ μεγάλη σημασία η αναβάθμιση της εκπαίδευσης των βρεφονηπιοκόμων. Εμείς θεωρούμε ότι αυτό επιτυγχάνεται με το να ιδρύσουμε –και θα μπορούσαμε να μην ιδρύσουμε, είναι πολιτική απόφαση να ιδρύσουμε- Τμήμα που να εκπαιδεύει βρεφονηπιοκόμους πανεπιστημιακού επιπέδου. Δεύτερον, τα Τμήματα τα αντίστοιχα στα ΤΕΙ παραδοσιακά ήταν στις Σχολές Υγείας. Εμείς δεν νομίζουμε ότι πρέπει να είναι στις Σχολές Υγείας. Νομίζουμε ότι πρέπει να είναι στις Σχολές Κοινωνικών Επιστημών, όπως είναι τα αντίστοιχα τμήματα των Εκπαιδευτικών. Επίσης, στη νέα ονομασία στο Τμήμα αυτό αντανακλάται η πρώιμη παιδική ηλικία που είναι από 0-4. Και άρα μιλάμε για μία αναβάθμιση της εκπαίδευσης των βρεφονηπιοκόμων, που ανοίγει πια δυνατότητες έρευνας διαφορετικές, δυνατότητες διεπιστημονικότητας διαφορετικές και κυρίως ανοίγει μία συζήτηση δική μας και με την Τοπική Αυτοδιοίκηση για να δούμε πώς σε αυτή την περίοδο θα μπορέσουν να αναβαθμιστούν όλα, δηλαδή και οι παιδικοί σταθμοί και τα νηπιαγωγεία. Και βεβαίως ξέρετε ότι η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί και το Υπουργείο Εσωτερικών και το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, ότι θα ενισχυθούν, από τον Σεπτέμβριο μάλιστα, οι παιδικοί σταθμοί. Το λέμε αυτό γιατί δεν υπάρχει κανένας λόγος να παραπονιόμαστε όλοι ότι υπάρχει υπογεννητικότητα, να παραπονιόμαστε όλοι ότι οι νέοι έχουν τεράστια προβλήματα να μπορέσουν να δημιουργήσουν οικογένειες. Μία κοινωνία που δεν έχει κοινωνικές δομές, που δεν προσφέρει τέτοιου είδους παροχές στα νέα ζευγάρια, αφήνει πραγματικά τα νέα ζευγάρια στην τύχη τους.
Εμείς λοιπόν λέμε ότι μέσα από αυτό συνολικά θα δώσουμε και μία ειλικρινή υπόσχεση στα νέα ζευγάρια για το αύριο. Όλα αυτά που σας είπα μπορώ να σας τα τεκμηριώσω και με αριθμούς. Με συγχωρείτε γιατί έχω μιλήσει πολύ, εκείνο όμως που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι το εξής: Είπαμε τα θετικά, είπαμε τα προβλήματα ή τις «γωνίες» αν θέλετε, το σημαντικό είναι να υπάρχουν συγκεκριμένες προτάσεις, ώστε ως το τέλος της συζήτησής μας να μπορέσουμε να βελτιώσουμε αυτό που έχουμε καταθέσει.
Σας ευχαριστώ πολύ.
Η Δευτερολογία του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων Κ. Γαβρόγλου στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων
Πατήστε εδώ. Θα μεταφερθείτε εκτός ιστοτόπου ώστε να δείτε το βίντεο

15-02-18 Ερωτήσεις – Απαντήσεις για την ίδρυση του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής
Γιατί το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων προχωρά στο συγκεκριμένο εγχείρημα;
Η πολιτική που εφαρμόζει το ΥΠΠΕΘ ως προς τη διαμόρφωση του Ενιαίου Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας και τον ρόλο των ΤΕΙ σε αυτόν δεν αποτελεί μία καινοφανή πρωτοβουλία. Εδράζεται στα πορίσματα του Εθνικού και Κοινωνικού Διαλόγου για την Παιδεία και στις διεθνείς εξελίξεις στον τομέα της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Παραδείγματα αναβαθμίσεων Ιδρυμάτων που είχαν παρόμοιο χαρακτήρα με αυτό των ΤΕΙ σε Πανεπιστήμια, το λεγόμενο και status upgrade, έχει προηγηθεί σε χώρες όπως η Αγγλία, η Νορβηγία, πρόσφατα στην Αυστρία και Δανία και γενικά σε χώρες όπου η ακαδημαϊκή κατάσταση των εν λόγω Ιδρυμάτων επέβαλε την αναβάθμισή τους.
Στην ίδια ακριβώς φιλοσοφία, η ίδρυση του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής (ΠΔΑ) αποτελεί μία εμβληματική πρωτοβουλία του ΥΠΠΕΘ και προκύπτει από την ανάγκη αποκατάστασης της ακαδημαϊκής κανονικότητας στο χώρο των ΑΕΙ. Τα δύο ΤΕΙ της Αττικής έχουν από καιρό υπερβεί την «κλασσική» και νομοθετικά οριοθετημένη αποστολή των ΤΕΙ. Η αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας αντανακλάται στις εξωτερικές αξιολογήσεις των δύο Ιδρυμάτων από την ΑΔΙΠ που είχε ως αποτέλεσμα τη θετική βαθμολόγηση στη συμμετοχή τους στη Γενική Συνέλευση του ΕΛΙΔΕΚ, στη συμμετοχή τους σε πληθώρα ερευνητικών προγραμμάτων, στη διεθνή εμπέδωση του ακαδημαϊκού τους κύρους αλλά και στην υποδοχή των αποφοίτων τους στην αγορά εργασίας και σε προγράμματα μεταπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών ελληνικών και ξένων Πανεπιστημίων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η συντριπτική πλειοψηφία των διδασκόντων έχει διδακτορικό και εξελίσσεται με βάση την ερευνητική δραστηριότητα, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τα αντίστοιχα ΤΕΙ (Πανεπιστήμια Εφαρμοσμένων Επιστημών) της Ευρώπης. Τέλος θα πρέπει επίσης να τονισθεί ότι σε ορισμένα Τμήματα των δύο Ιδρυμάτων η βάση εισαγωγής είναι μεγαλύτερη από αυτή αντίστοιχων Πανεπιστημιακών Τμημάτων της περιφέρειας. Η ίδρυση του ΠΔΑ έρχεται να θεραπεύσει την αναντιστοιχία ανάμεσα στην ακαδημαϊκή πραγματικότητα των δύο Ιδρυμάτων και το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας τους.
Πρόκειται για απλή μετονομασία; Τι καινούργιο εισάγεται με την ίδρυση του νέου Πανεπιστημίου;
Δεν πρόκειται για μία απλή μετονομασία. Στη διαδικασία ίδρυσης του νέου Πανεπιστημίου υιοθετήθηκε η προώθηση συνεργειών και η αποφυγή επικαλύψεων γνωστικών πεδίων. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, από τα 42 Τμήματα και εισαγωγικές κατευθύνσεις των δύο Ιδρυμάτων οδηγούμαστε σε ένα νέο Πανεπιστήμιο με 26 Τμήματα, με ισχυροποίηση των ακαδημαϊκών μονάδων και δημιουργία προοπτικών ισχυρής παρουσίας στον ελληνικό και διεθνή χώρο. Οκταμελής επιτροπή Πανεπιστημιακών και εκπροσώπων των ΤΕΙ μελέτησε το ζήτημα επί επτά μήνες και κατέληξε σε συμπεράσματα, την πλειοψηφία των οποίων υιοθέτησε το Υπουργείο στη διαμόρφωση του σχετικού νομοσχεδίου. Τα νέα Τμήματα θα έχουν νέο πρόγραμμα σπουδών και κάποια από αυτά θα θεραπεύουν νέα γνωστικά πεδία, που δεν υπάρχουν ακόμη στον χάρτη της Ανώτατης Εκπαίδευσης στην Ελλάδα, αλλά έχουν αποδείξει τη μεγάλη δυναμική και την προοπτική τους στις εμπειρίες άλλων χωρών.
Υπάρχουν κονδύλια και θέσεις προσωπικού για την υποστήριξη της λειτουργίας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής;
Για την υποστήριξη του ΠΔΑ δίνονται νέες θέσεις: ήδη είναι δρομολογημένες 40 από τις 500 θέσεις της 2ης διανομής θέσεων ΔΕΠ του 2016, δίνονται και άλλες στοχευμένες στα νέα Τμήματα και σε επιστημονικά πεδία που δεν καλύπτονται επαρκώς. Επίσης για το ΠΔΑ υπάρχει έκτακτη ενίσχυση 1,5 εκ. ευρώ σε σχέση με το συνολικό προϋπολογισμό και των δύο ΤΕΙ που απορροφά.
Υπάρχει έκθεση βιωσιμότητας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής;
Έχει συνταχθεί από το ΥΠΠΕΘ έκθεση βιωσιμότητας & επιπτώσεων η οποία περιλαμβάνει μια γενική περιγραφή της φυσιογνωμίας και των χαρακτηριστικών του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, την οργανωτική του διάρθρωση, και αναλυτική περιγραφή των αναμενόμενων ωφελειών στις ομάδες στόχου: τους υπάρχοντες και μελλοντικούς φοιτητές, την Πολιτεία, τους παραγωγικούς φορείς, την τοπική κοινωνία, το διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό, και συνολικότερα τους φορείς ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας στην Ελλάδα. Επίσης εξετάζει το θέμα αν πληρούνται κριτήρια που καθιστούν την ίδρυση του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής μια βέλτιστη πρακτική. Η έκθεση θα κατατεθεί στην διαδικασία της συζήτησης του νομοσχεδίου στην Βουλή.
Η ίδρυση του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής συνιστά μία αλλαγή τύπου σχεδίου «ΑΘΗΝΑ»; Αποτελεί «προάγγελο» άλλων εξελίξεων στην Ανώτατη Εκπαίδευση;
Όλη η πολιτική του ΥΠΠΕΘ έχει ως στόχο όχι να συρρικνώσει την Ανώτατη Εκπαίδευση, αλλά να την ισχυροποιήσει λαμβάνοντας υπόψη τη δυναμική των Ιδρυμάτων, το πλήγμα που δέχτηκε η Ανώτατη Εκπαίδευση στην εποχή των μνημονίων και τις διεθνείς εξελίξεις.
Για την επίτευξη των στόχων αυτών προτεραιότητες της πολιτικής μας είναι η αύξηση της χρηματοδότησης, η καταπολέμηση της υφιστάμενης υποστελέχωσης και η λήψη μέτρων με γνώμονα την ακαδημαϊκότητα, την εξωστρέφεια και τη διεθνοποίηση των Ιδρυμάτων. Απόδειξη των προθέσεων της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι εντός του τρέχοντος ακαδημαϊκού έτους εξασφαλίσαμε έκτακτη επιχορήγηση ύψους 52 εκατομμυρίων ευρώ στα ΑΕΙ. Η επιχορήγηση αυτή είναι επιπλέον των εγγραφών κονδυλίων για τα ΑΕΙ στον Τακτικό Προϋπολογισμό, στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και στο δάνειο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Άλλη μία προσπάθεια επούλωσης των πληγών που επέφεραν οι μνημονιακές πολιτικές στα ΑΕΙ και ΕΚ είναι η αυξημένη χρηματοδότηση που κατευθύνεται και σε ερευνητικές δράσεις, τόσο στο πλαίσιο του προγράμματος ΕΣΠΑ, όσο και μέσω του ΕΛΙΔΕΚ με κονδύλια που υπερβαίνουν τα 500 εκ. ευρώ.
Ως κυβέρνηση επιχειρήσαμε από την πρώτη στιγμή να τονώσουμε τα Ιδρύματα με νέους ερευνητές και νέες ερευνήτριες. Πετύχαμε για πρώτη φορά μετά την κρίση την ενίσχυση των ΑΕΙ με 500 θέσεις ΔΕΠ για το 2017 και άλλες 500 για το 2018. Τα Ιδρύματα φέτος ενισχύθηκαν και με άλλο προσωπικό υψηλών προσόντων μέσω της διαδικασίας των μετατάξεων σε θέσεις ΕΔΙΠ εκπαιδευτικών άλλων βαθμίδων, κατόχων διδακτορικού. Θα πρέπει να γίνει προσπάθεια να αξιοποιηθεί το δυναμικό αυτό με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ρητός στόχος μας είναι εντός του 2019 να ισχύσει η αναπλήρωση όλων των θέσεων που κενώνονται λόγω συνταξιοδοτήσεων βάσει του κανόνα «ένας προς έναν», ώστε να επέλθει οριστικά η κανονικότητα στα ΑΕΙ. Στους άμεσους στόχους του Υπουργείου είναι η στοχευμένη, εντός του 2018, χρηματοδότηση για την κάλυψη θέσεων σε νέα αντικείμενα έρευνας και διδασκαλίας.
Όλες οι παραπάνω πολιτικές μόνο σχέδιο «ΑΘΗΝΑ» δε θυμίζουν. Σε αντίθεση με τη βίαιη και αντιεπιστημονική προσέγγιση του σχεδίου «ΑΘΗΝΑ» που ως στόχο είχε τη συρρίκνωση των ΑΕΙ χωρίς ακαδημαϊκά κριτήρια, το Υπουργείο προωθεί τη συνέργεια μεταξύ των ΑΕΙ σε ένα πλαίσιο διαλόγου και κοινού οράματος, με επιτροπές που καταλήγουν σε πορίσματα μέσα από ευρείες συναινέσεις, για την ενδυνάμωση τους ώστε να ανταποκριθούν στις οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες σε τοπικό και εθνικό επίπεδο.
Μετά την ανακοίνωση της εμβληματικής πρωτοβουλίας της δημιουργίας του ΠΔΑ από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό κατά την επίσκεψή του στο ΥΠΠΕΘ τον περασμένο Μάιο, πολλά Ιδρύματα της χώρας ξεκίνησαν οικειοθελώς αντίστοιχες πρωτοβουλίες συνεννόησης για τη δημιουργία μεγαλύτερων σχηματισμών σε πολλές περιφέρειες της χώρας. Ήδη το ΤΕΙ Ιονίων Νήσων και το Ιόνιο Πανεπιστήμιο, το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και το ΤΕΙ Ηπείρου έχουν συντάξει αναλυτικά πορίσματα με ακαδημαϊκά κριτήρια για την συγχώνευση τους με στόχο τη δημιουργία ενός ισχυρού ΑΕΙ στην περιφέρεια αυτή, ενώ αντίστοιχα εγχειρήματα έχουν ξεκινήσει στη Θεσσαλία, στη Στερεά Ελλάδα, στη Δυτική Ελλάδα και στη Δυτική Μακεδονία. Οι πρωτοβουλίες αυτές αποδεικνύουν ότι η στρατηγική του Υπουργείου προς τη διαμόρφωση του Ενιαίου Χώρου βρίσκει ευήκοα ώτα στην ακαδημαϊκή κοινότητα και επιταχύνει τις απαραίτητες διαδικασίες αναδιοργάνωσης των ΑΕΙ με την ενεργό εμπλοκή των ίδιων των ενδιαφερομένων. Δεν θα προχωρήσει, όμως, τίποτα αν δεν επιτευχθούν οι ευρύτερες δυνατές ακαδημαϊκές και κοινωνικές συναινέσεις
Θα υπάρχει κρίση καθηγητών;
Οι καθηγητές των ΤΕΙ είναι μέλη ΔΕΠ Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων με βάση τους νόμους του κράτους και έχουν κριθεί ως τέτοια από το 2001. Τα τυπικά προσόντα που απαιτούνται για την εκλογή σε θέση επίκουρου καθηγητή και αναπληρωτή καθηγητή είναι αντίστοιχα και σε διάρκεια προϋπηρεσίας πιο απαιτητικά από τις αντίστοιχες βαθμίδες των μελών ΔΕΠ Πανεπιστημίων. Διά του λόγου το αληθές παραθέτουμε ενδεικτικά τα τυπικά προσόντα για τη βαθμίδα του αναπληρωτή για τους δύο τύπους ΑΕΙ.
|
Αναπληρωτής στο Πανεπιστήμιο ι) Τουλάχιστο τέσσερα χρόνια αυτοδύναμης διδασκαλίας μετά την απόκτηση του διδακτορικού διπλώματος στο προκηρυχθέν γνωστικό αντικείμενο ή τουλάχιστο τέσσερα χρόνια εργασίας σε αναγνωρισμένα ερευνητικά κέντρα της χώρας ή της αλλοδαπής, ή αναγνωρισμένο επαγγελματικό έργο σε σχετικό επιστημονικό πεδίο, ή συνδυασμός των παραπάνω. ιι) Πρωτότυπες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά, από τις οποίες ένας αριθμός πρέπει να είναι αυτοδύναμες, ή πρωτότυπες επιστημονικές μονογραφίες. Για την εκλογή θα συνεκτιμάται κατά πόσο το συνολικό ερευνητικό έργο του υποψήφιου έχει συμβάλει στην πρόοδο της επιστήμης και αναγνωρίζεται από άλλους ερευνητές. |
Αναπληρωτής στο ΤΕΙ ι) Πέντε τουλάχιστον έτη επαγγελματικής δραστηριότητας κατάλληλου υψηλού επιπέδου ή, αναλόγως με τη φύση της θέσης που προκηρύσσεται, ισόχρονη εργασία σε αναγνωρισμένα ερευνητικά κέντρα ή συμμετοχή με αμοιβή σε οργανωμένα ερευνητικά προγράμματα ή συνδυασμός των ανωτέρω δραστηριοτήτων, αντίστοιχων, σε κάθε περίπτωση, με το επιστημονικό επίπεδο και το γνωστικό αντικείμενο της θέσης που προκηρύσσεται Η ανωτέρω επαγγελματική δραστηριότητα μπορεί να περιλαμβάνει μέχρι δύο έτη αυτοδύναμη διδασκαλία μετά την απόκτηση του διδακτορικού διπλώματος στο προκηρυχθέν γνωστικό αντικείμενο σε Πανεπιστήμια ή Τ.Ε.Ι. ή ομοταγή ιδρύματα του εξωτερικού. ιι) Πρωτότυπες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά αναγνωρισμένου κύρους, από τις οποίες ένας αριθμός πρέπει να είναι αυτοδύναμος, ή πρωτότυπη επιστημονική μονογραφία, πέρα από τη διδακτορική διατριβή. Ένα μέρος των δημοσιεύσεων αυτών μπορεί, κατά την κρίση του εκλεκτορικού σώματος, να αντικατασταθεί με διεθνές δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ή καινοτομίες που έχουν εφαρμοστεί στην παραγωγή. Το συνολικό ερευνητικό και εφαρμοσμένο έργο του υποψηφίου πρέπει να έχει συμβάλει στην πρόοδο της επιστήμης και της τεχνολογίας ή να αναγνωρίζεται από άλλους ερευνητές. |
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι η νομοθεσία επιτρέπει εδώ και πολλά χρόνια στα μέλη ΔΕΠ των ΤΕΙ να είναι εκλέκτορες σε εκλεκτορικά σώματα Πανεπιστημίων και ΤΕΙ και μέλη τριμελούς συμβουλευτικής επιτροπής υποψηφίων διδακτόρων. Εντούτοις, το ΥΠΠΕΘ προασπίζοντας την ακαδημαϊκότητα θα προβεί σε κρίσεις μόνο πρωτοβάθμιων καθηγητών ΤΕΙ για τη μετατροπή τη θέσης τους σε καθηγητή Πανεπιστημίου διότι η κείμενη νομοθεσία έχει ουσιαστική διαφοροποίηση των προσόντων στις δύο κατηγορίες πρωτοβάθμιων. Με βάση τη νομοθεσία ένας καθηγητής Α’ βαθμίδας στα Πανεπιστήμια απαιτείται να έχει μία επιπλέον κατηγορία προσόντων που δεν ζητείται από τους καθηγητής Α΄ βαθμίδας ΤΕΙ. Συγκεκριμένα:
Διδακτική εμπειρία μεταπτυχιακών σπουδών συνιστάμενη στη διδασκαλία επί τριετία, τουλάχιστον, σε μεταπτυχιακά προγράμματα Πανεπιστημίων της χώρας ή της αλλοδαπής
ή η επίβλεψη, με την ιδιότητα του επιβλέποντος, μίας τουλάχιστον διδακτορικής διατριβής που έχει ολοκληρωθεί επιτυχώς, από την έναρξη μέχρι την περαίωσή της
ή η συμμετοχή σε τριμελείς συμβουλευτικές επιτροπές δύο τουλάχιστον διδακτορικών διατριβών που έχουν ολοκληρωθεί επιτυχώς, από την έναρξη μέχρι την περαίωση τους
ή η διεύθυνση επί τριετία, τουλάχιστον, αναγνωρισμένων Ερευνητικών Ινστιτούτων ή τριετής τουλάχιστον θητεία σε διευθυντική θέση Διεθνών ή Ευρωπαϊκών Οργανισμών ή, προκειμένου περί υποψηφίων καθηγητών των Ιατρικών Σχολών, η κλινική ή κλινικοεργαστηριακή διεύθυνση επί πέντε τουλάχιστον έτη σε Πανεπιστημιακά νοσοκομεία ή νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. Για την εκλογή θα συνεκτιμάται κατά πόσο το συνολικό ερευνητικό έργο του υποψηφίου έχει αναγνωρισθεί διεθνώς για τη συμβολή του στην πρόοδο της επιστήμης και έχει χρησιμοποιηθεί και αναγνωρισθεί από άλλους ερευνητές.
Λόγω αυτής της διαφοροποίησης το σχέδιο νόμου προβλέπει την κρίση των πρωτοβάθμιων καθηγητών ΤΕΙ ώστε να πιστοποιηθεί ότι πληρούν και αυτά τα κριτήρια για να μπορέσουν να μετατρέψουν τις θέσεις τους σε τακτικές θέσεις καθηγητών Πανεπιστημίου.
Με την ευκαιρία του ΠΔΑ, το σχέδιο νόμου επανακαθορίζει τα τυπικά προσόντα εκλογής σε κάθε μία από τις τρεις βαθμίδες με στόχο την ομογενοποίησή τους δεδομένου ότι τόσο τα ΤΕΙ όσο και τα Πανεπιστήμια ανήκουν στην Ανώτατη Εκπαίδευση και με βάση τον ν. 4485/2017 έχουν πολύ συναφή αποστολή. Με την προτεινόμενη διάταξη θεραπεύεται η ανάγκη εξορθολογισμού των προσόντων και ενοποίησής τους, καθότι και στους δύο τομείς απαιτείται η παροχή του ίδιου υψηλού επιπέδου εκπαίδευσης. Συγκεντρώνονται λοιπόν σε ενιαίο κείμενο οι υφιστάμενες διατάξεις, σε ένα επικαιροποιημένο σύνολο προσόντων, τα οποία είναι σε κάποια σημεία αυξημένα από τα σημερινά απαιτούμενα τόσο για τα Πανεπιστήμια, όσο και για τα ΤΕΙ.
Ως παράδειγμα δίνεται η προτεινόμενη διάταξη για τα προσόντα στη βαθμίδα του αναπληρωτή καθηγητή και του καθηγητή για τα ΤΕΙ και τα Πανεπιστήμια.
Αναπληρωτής καθηγητής
i) Τέσσερα (4) έτη τουλάχιστον:
αυτοδύναμης διδασκαλίας μετά την απόκτηση του διδακτορικού διπλώματος στο γνωστικό αντικείμενο του Τομέα σε Α.Ε.Ι. ή ομοταγή ιδρύματα του εξωτερικού
ή αναγνωρισμένου επαγγελματικού έργου κατάλληλου επιπέδου σε σχετικό επιστημονικό πεδίο
ή εργασίας σε αναγνωρισμένα ερευνητικά κέντρα της χώρας ή της αλλοδαπής.
Το χρονικό διάστημα των τεσσάρων (4) ετών μπορεί να κατανέμεται συνδυαστικά στις ανωτέρω δραστηριότητες, οι οποίες σε κάθε περίπτωση είναι αντίστοιχες με το επιστημονικό επίπεδο και συναφείς με το γνωστικό πεδίο της θέσης που προκηρύσσεται.
ii) πρωτότυπες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά αναγνωρισμένου κύρους, από τις οποίες ένας αριθμός πρέπει να είναι αυτοδύναμες
ή πρωτότυπες επιστημονικές μονογραφίες, εξαιρουμένων των αυτοεκδόσεων.
Το συνολικό ερευνητικό έργο του υποψηφίου πρέπει να έχει αναγνωριστεί από την επιστημονική κοινότητα.
Καθηγητής
i) Έξι (6) έτη τουλάχιστον:
αυτοδύναμης διδασκαλίας, μετά την απόκτηση του διδακτορικού διπλώματος στο γνωστικό αντικείμενο του Τομέα, με τεκμηριωμένη συμβολή στη διαμόρφωση και διδασκαλία της ύλης δύο τουλάχιστον μαθημάτων
ή εργασίας σε αναγνωρισμένα ερευνητικά κέντρα της χώρας ή της αλλοδαπής
ή αναγνωρισμένου επαγγελματικού έργου σε σχετικό επιστημονικό πεδίο.
Το χρονικό διάστημα των έξι (6) ετών μπορεί να κατανέμεται συνδυαστικά στις ανωτέρω δραστηριότητες, οι οποίες σε κάθε περίπτωση είναι αντίστοιχες με το επιστημονικό επίπεδο και συναφείς με το γνωστικό πεδίο της θέσης που προκηρύσσεται.
ii) πρωτότυπες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά αναγνωρισμένου κύρους, από τις οποίες ένας αριθμός πρέπει να είναι αυτοδύναμος,
ή πρωτότυπες επιστημονικές μονογραφίες, εξαιρουμένων των αυτοεκδόσεων.
iii) ή διδακτική εμπειρία μεταπτυχιακών σπουδών συνιστάμενη στη διδασκαλία επί τριετία, τουλάχιστον, σε Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών Α.Ε.Ι. της χώρας ή της αλλοδαπής
ή επίβλεψη, με την ιδιότητα του επιβλέποντος, μίας τουλάχιστον διδακτορικής διατριβής που έχει ολοκληρωθεί επιτυχώς, από την έναρξη μέχρι την περαίωσή της
ή συμμετοχή σε τριμελείς συμβουλευτικές επιτροπές δύο τουλάχιστον διδακτορικών διατριβών που έχουν ολοκληρωθεί επιτυχώς, από την έναρξη μέχρι την περαίωση τους
ή διεύθυνση επί τριετία, τουλάχιστον, αναγνωρισμένων Ερευνητικών Ινστιτούτων ή τριετής τουλάχιστον θητεία σε διευθυντική θέση Διεθνών ή Ευρωπαϊκών Οργανισμών ή, προκειμένου περί υποψηφίων καθηγητών των Ιατρικών Σχολών, η κλινική ή κλινικοεργαστηριακή διεύθυνση επί πέντε τουλάχιστον έτη σε Πανεπιστημιακά νοσοκομεία ή νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ..
Για την εκλογή συνεκτιμάται κατά πόσο το συνολικό ερευνητικό έργο του υποψηφίου έχει αναγνωριστεί από την επιστημονική κοινότητα.
Τι θα ισχύσει για τους νυν φοιτητές;
Οι νυν φοιτητές έχουν το δικαίωμα της επιλογής να ολοκληρώσουν το πρόγραμμα του Τμήματος ΤΕΙ ή του νέου Πανεπιστημιακού Τμήματος υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχουν υπερβεί το έκτο έτος σπουδών (ν+2). Στην αντίθετη περίπτωση υποχρεούνται να ολοκληρώσουν το πρόγραμμα του τμήματος ΤΕΙ. Η διαδικασία αυτή θα πραγματοποιηθεί από τα ίδια Τμήματα μέσω αντιστοιχίσεων μαθημάτων και μεταβατικών διατάξεων.
Τι θα γίνει με τους παλιούς πτυχιούχους;
Τόσο οι παλιοί απόφοιτοι όσο και οι αυτοί που θα προκύψουν από το ΠΔΑ διαθέτουν πτυχίο επιπέδου 6 με 240 ECTS και 8 εξάμηνα φοίτησης. Συνεπώς ακαδημαϊκά η μόνη διαφοροποίηση είναι ο χαρακτηρισμός ΤΕ/ΠΕ. Οι παλιοί πτυχιούχοι διαθέτουν πτυχία ανώτατης εκπαίδευσης που θα συνεχίσουν να παρέχονται από άλλα ΤΕΙ της χώρας μιας και η πολιτική του Υπουργείου δεν είναι να πανεπιστημιοποιήσει όλα τα ΤΕΙ της χώρας. Αν κάποιοι από τους απόφοιτους των δύο ΤΕΙ επιθυμούν να μετατρέψουν το πτυχίο τους σε ΠΕ, μπορούν να το κάνουν με τη χρήση ειδικών κατατακτηρίων εξετάσεων που αποτελούν ένα καλό εργαλείο για την απόκτηση ενός δεύτερου πτυχίου για το οποίο θα αναγνωρίζεται ένα σύνολο μαθημάτων που έχουν ήδη επιτυχώς ολοκληρώσει. Για όλα αυτά θα πρέπει να αποφασίσουν τα Τμήματα.
Θα υπάρξει αλλαγή ως προς τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων;
Δεν θα υπάρχει καμία απολύτως αλλαγή στο καθεστώς των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων. Ως προς τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων αυτά πρέπει να συμβαδίζουν με αυτά των παλιών αποφοίτων. Αυτό όμως δεν μπορεί να αποτυπωθεί στον παρόντα νόμο, καθόσον η διαδικασία απόδοσης των επαγγελματικών δικαιωμάτων θα ακολουθήσει την υπάρχουσα οδό, δηλ. αφού οριστικοποιηθούν τα νέα προγράμματα σπουδών, θα γίνει μελέτη του περιεχομένου τους και με βάση αυτό θα γίνει εισήγηση για έκδοση των ΠΔ με τους συναρμόδιους Υπουργούς.
Παράλληλα το ΥΠΠΕΘ αποδεικνύει το ενδιαφέρον του για την αποκατάσταση των αδικιών που έχουν υποστεί οι απόφοιτοι των ΤΕΙ στο φλέγον θέμα των επαγγελματικών δικαιωμάτων. Έχει ήδη συστήσει τις επιτροπές με βάση το ν. 4485/2017 που εξετάζουν τα επαγγελματικά προσόντα που απορρέουν από τις σπουδές σε σημαντικούς κλάδους όπως αυτοί των πολιτικών μηχανικών, ηλεκτρολόγων μηχανικών, μηχανολόγων μηχανικών και μηχανικών πληροφορικής. Οι επιτροπές εργάζονται συστηματικά και σύντομα θα παρέχουν τα πορίσματά τους που θα ανοίξουν τον δρόμο για τη θεσμοθέτηση των επαγγελματικών δικαιωμάτων που εκκρεμούν εδώ και 30 χρόνια.
Τι πρόκειται να γίνει με τα πτυχία των Μηχανικών και τους προβληματισμούς του ΕΜΠ;
Κατά αρχήν ο ν. 4485/2017 προβλέπει ότι τα πενταετή προγράμματα σπουδών των πολυτεχνικών σχολών αποδίδουν πτυχίο που ακαδημαϊκά είναι επιπέδου μάστερ (επίπεδο 7). Αυτό σημαίνει ότι οι απόφοιτοι αυτών των προγραμμάτων έχουν ένα συγκριτικό πλεονέκτημα. Οι απόφοιτοι του ΠΔΑ θα έχουν πτυχίο επιπέδου 6, όπως και οι παλαιοί απόφοιτοι των αντίστοιχων τμημάτων των ΤΕΙ, οπότε δεν υφίσταται κάποια ουσιαστική αλλαγή που να μεταβάλλει το status quo. Αυτό που πρέπει να ειπωθεί είναι ότι και σε άλλες χώρες της Ευρώπης υπάρχουν ταυτόχρονα στο ίδιο εκπαιδευτικό σύστημα προγράμματα σπουδών ΑΕΙ διαφορετικής διάρκειας στο ίδιο αντικείμενο. Ακόμα και στην Ελλάδα υπάρχουν Πανεπιστημιακά Τμήματα τετραετούς διάρκειας και πενταετούς διάρκειας παρεμφερών αντικειμένων με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τα Τμήματα Πληροφορικής. Π.χ. στο ΕΚΠΑ είναι τετραετούς διάρκειας ενώ στην Πάτρα και τα Ιωάννινα είναι πενταετούς. Αντίστοιχη περίπτωση είναι το τμήμα Φυσικής του ΕΚΠΑ και η Σχολή Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του ΕΜΠ που έχουν διαφορετική διάρκεια σπουδών αλλά σαφώς μεγάλη συνάφεια ως προς το γνωστικό αντικείμενο. Επίσης οι απόφοιτοι Τμημάτων Πολυτεχνικών Σχολών και Πολυτεχνείων αποκτούν τίτλο σπουδών «διπλωματούχου» μηχανικού (Dipl.Eng.), ενώ οι υπόλοιποι απόφοιτοι τον τίτλο σπουδών του «Πτυχιούχου», τον οποίο θα εξακολουθήσουν να λαμβάνουν οι απόφοιτοι του ΠΔΑ.
Τι είναι τα διετή προγράμματα σπουδών και πώς θα λειτουργήσουν;
Το ΠΔΑ θα παίξει έναν πρωτοποριακό ρόλο ως προς την ίδρυση και λειτουργία των νέων διετών προγραμμάτων σπουδών. Ήδη έχουν γίνει επαφές και συμφωνίες με παραγωγικούς φορείς της περιοχής για να εξασφαλιστούν οι δυνατότητες πρακτικής άσκησης των φοιτητών. Τα διετή προγράμματα σπουδών αναφέρονται για πρώτη φορά στον νόμο 4485/2017 ως δυνατότητα των ΑΕΙ. Στον παρόντα νόμο δρομολογείται η θεσμική τους περιγραφή. Για την ακρίβεια τα ΑΕΙ θα μπορούν να λειτουργούν Κέντρα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (ΚΕΕ) που παρέχουν διετή προγράμματα επαγγελματικής εκπαίδευσης για αποφοίτους των Επαγγελματικών Λυκείων (ΕΠΑΛ). Το ΚΕΕ αποτελεί ακαδημαϊκή μονάδα του Ιδρύματος. Τα διετή προγράμματα είναι δωρεάν για όσους θελήσουν να τα παρακολουθήσουν και πλήρως χρηματοδοτούμενα από το κράτος. Σκοπεύουν να παρέχουν επαγγελματική εκπαίδευση σε νέους ανθρώπους σε ελκυστικά προγράμματα και να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες της οικονομίας αξιοποιώντας την πανθομολογούμενη τεχνογνωσία και το κύρος των ΑΕΙ της χώρας. Το προσωπικό που θα διδάσκει δεν θα είναι αποκλειστικά από τα ΑΕΙ, τουναντίον, θα υπάρξει η πρόνοια ώστε να υπάρχει, ανάλογα με τις ειδικότητες, το προσωπικό που έχει και αντίστοιχη επαγγελματική εμπειρία.
Θεωρούμε ότι αποτελούν μία ριζοσπαστική τομή στο χώρο της επαγγελματικής μεταλυκειακής εκπαίδευσης που θα ωφελήσει τόσο τους αποφοίτους των ΕΠΑΛ, την οικονομία, όσο και τα ίδια τα ΑΕΙ που μέσω των διετών δομών θα έρθουν σε επαφή με τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών και των φορέων τους. Επίσης η θεσμοθέτησή τους δεν θα γίνει άναρχα, αλλά με τεκμηριωμένες εισηγήσεις και έγκριση από το ΥΠΠΕΘ, ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα που ταλαιπωρούσαν τα ΙΕΚ.
Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τέτοιες δομές εκπαίδευσης λειτουργούν σε πολλές χώρες με τεράστια επιτυχία όπως στη Γαλλία και προσφάτως στην Αγγλία, ενώ αντίστοιχες δομές θεσμοθετούνται και στη Γερμανία. Οι εκπαιδευόμενοι επιλέγονται στο πρόγραμμα βάσει του βαθμού του απολυτηρίου από το ΕΠΑΛ. Επιπλέον κριτήρια μπορεί να ορίζονται στον Κανονισμό του ΚΕΕ. Η φοίτηση διαρκεί τέσσερα εξάμηνα θεωρητικής και εργαστηριακής εκπαίδευσης, συνολικής διάρκειας 1.200 διδακτικών ωρών σύμφωνα με το πρόγραμμα σπουδών, πλέον πρακτικής άσκησης συνολικής διάρκειας 960 ωρών, που μπορεί να πραγματοποιείται παράλληλα με τη φοίτηση, μετά την ολοκλήρωση του δευτέρου εξαμήνου. Μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος απονέμονται διπλώματα επιπέδου πέντε (5) του Εθνικού και Ευρωπαϊκού Πλαισίου Προσόντων. Επιπλέον, μπορούν να συνδέονται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κανονισμό, τα μαθησιακά αποτελέσματα με μονάδες του Ευρωπαϊκού Πιστωτικού Συστήματος για την Επαγγελματική Εκπαίδευση και Κατάρτιση (European Credit System for Vocational and Education and Training – ECVET)

Πατήστε εδώ. Θα μεταφερθείτε εκτός ιστοτόπου ώστε να δείτε το βίντεο
14-02-18 Για πρώτη φορά οι επενδύσεις για την έρευνα και την καινοτομία στην Ελλάδα, φθάνουν το 1% του ΑΕΠ
Για πρώτη φορά οι επενδύσεις για την έρευνα και την καινοτομία στην Ελλάδα, φθάνουν το 1% του ΑΕΠ.
Η κυβέρνηση δίνει κίνητρα για την επιστροφή νέων επιστημόνων από το εξωτερικό μέσω του Ιδρύματος Ερευνας και Καινοτομίας με χρηματοδότηση 240 εκατ. ευρώ.
Δημιουργούμε 1.100 νέες θέσεις ερευνητών σε ΑΕΙ και Ερευνητικά Κέντρα.
Στηρίζουμε τις καινοτόμες επιχειρήσεις:
με το Ταμείο Επενδυτικών Συμμετοχών
με κίνητρα επενδύσεων
με φοροαπαλλαγή για ερευνητικές δαπάνες
Μέσα από το πρόγραμμα «ΕΡΕΥΝΩ-ΔΗΜΙΟΥΡΓΩ-ΚΑΙΝΟΤΟΜΩ» για τη συνεργασία καινοτόμων επιχειρήσεων με ΑΕΙ και ερευνητικά κέντρα, εκταμιεύονται 394 εκατ. ευρώ.
Η έρευνα τίθεται στην υπηρεσία της κοινωνίας καθώς η Ελλάδα μπαίνει στο χάρτη της Ιατρικής του μέλλοντος με τη δημιουργία του Εθνικού Δικτύου Εξατομικευμένης Ιατρικής για την πρόληψη και τη θεραπεία του καρκίνου που θα είναι προσβάσιμο σε όλους τους πολίτες. Παράλληλα, εισάγεται η προηγμένη τεχνολογία στην αγροδιατροφή για τα εθνικά μας προϊόντα.
Ήταν δίκαιο και έγινε πράξη!


14-02-18 Ο Υφυπουργός Παιδείας Δημήτρης Μπαξεβανάκης σε σχολικές μονάδες της Ξάνθης
Συνεχίζοντας τις απευθείας συναντήσεις του με εκπαιδευτικούς και μαθητές/-ήτριες ο Υφυπουργός Παιδείας, Έρευνας & Θρησκευμάτων Δημήτρης Μπαξεβανάκης επισκέφθηκε τη Δευτέρα το Εσπερινό ΕΠΑ.Λ. Ξάνθης και την Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018 το 1ο και 2ο ΕΠΑ.Λ. Ξάνθης και το ΕΠΑ.Λ. Γλαύκης, συνοδευόμενος από το Διευθυντή του Γραφ. Υφυπουργού Θέμη Κοτσιφάκη, το Διευθυντή Επαγγελματικής Εκπαίδευσης Γιώργο Μουστάκα και το Διευθυντή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Ξάνθης Γιώργο Παπαθανασίου.
Η επίσκεψη του Υφυπουργού στα ΕΠΑ.Λ. πραγματοποιήθηκε μέσα σε ένα εξαιρετικό κλίμα όπου ο κ. Μπαξεβανάκης είχε εκτεταμένη συζήτηση με εκπαιδευτικούς και μαθητές/-ήτριες κάνοντας εκτενή αναφορά στη συνολική και συστηματική προσπάθεια αναβάθμισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης και στις αλλαγές που έχουν υλοποιηθεί για να διευρυνθούν οι εκπαιδευτικές και επαγγελματικές δυνατότητες των αποφοίτων. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στην αναμόρφωση της δομής του ΕΠΑ.Λ., στη διεύρυνση της πρόσβασης των μαθητών/τριών των ΕΠΑ.Λ σε ΤΕΙ (ποσοστό 20%) και σε Πανεπιστήμια (ποσοστό 5%), στη θεσμοθέτηση και εφαρμογή του «Μεταλυκειακού Έτους - Τάξης Μαθητείας» για αποφοίτους ΕΠΑ.Λ. καθώς και στην εφαρμογή του προγράμματος «Μια Νέα Αρχή για τα ΕΠΑ.Λ.», που αφορά ένα πιλοτικό πρόγραμμα με στόχο την ενίσχυση της εκπαιδευτικής διαδικασίας στα Επαγγελματικά Λύκεια με την πρόσληψη Ψυχολόγων, την εναλλακτική ενισχυτική διδασκαλία στην Ελληνική Γλώσσα και στα Μαθηματικά, τη σύνδεση με την τοπική κοινωνία και την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Ο κ. Μπαξεβανάκης τόνισε ότι το πρόγραμμα αυτό εφαρμόζεται πιλοτικά κατά το σχολικό έτος 2017-18 και αναμένεται να γενικευτεί από την επόμενη σχολική χρονιά σε όλα τα Επαγγελματικά Λύκεια της χώρας.
Επιπλέον, ο κ. Μπαξεβανάκης συναντήθηκε τη Δευτέρα το απόγευμα, 12 Φεβρουαρίου 2018 με το Διευθυντή του Δ.ΙΕΚ Ξάνθης, το Διευθυντή και τους σπουδαστές του ΣΔΕ Ξάνθης, εκπροσώπους από την ΕΛΜΕ Ξάνθης και το Σύλλογο Δασκάλων και Νηπιαγωγών καθώς και με τους Διευθυντές του Εσπερινού Γυμνασίου και Γενικού Λυκείου Ξάνθης.