Εργαλειοθήκη Προσβασιμότητας
Θέλω να καλωσορίσω την κυρία Γιαννάκου για την ωφέλιμη εισήγηση που μας έδωσε τροφή για συζήτηση.
Την εποχή που η κυρία Γιαννάκου ήταν Υπουργός διαφωνήσαμε σε μερικά πράγματα μαζί της σχετικά με τη τριτοβάθμια εκπαίδευση. Έντονα σε κάποιες περιπτώσεις όπως το περίφημο άρθρο 16.
Όμως συμφωνήσαμε σε άλλα και βρεθήκαμε στο πλευρό της όπως για το βιβλίο ιστορίας.
Εγώ θα πω δύο πράγματα για να κάνουμε τη συζήτηση: είπε η κυρία Γιαννάκου και δικαίως από μία σκοπιά ότι οι νόμοι δεν αφήνονται να λειτουργήσουν σε ένα βάθος χρόνου που θα αποδώσουν αυτό που έχουν να αποδώσουν.
Συμφωνώ από την άλλη πλευρά με τον Υπουργό ότι κάθε κυβέρνηση έχει το δικό της όραμα. Θέλει να δει διαφορετικά τα πράγματα και είναι μέσα στις υποχρεώσεις της όχι μόνο στις αρμοδιότητες της να νομοθετεί.
Από το 2007 που έχουμε τον κύριο νόμο της κυρίας Γιαννάκου μέχρι σήμερα έχουν αλλάξει πολλά.
Αυτό που θα πρέπει να συζητάμε στον εθνικό και κοινωνικό διάλογο αλλά και εδώ στην επιτροπή είναι για την εκπαίδευση στο καιρό της κρίσης, πρέπει να έχουμε στραμμένα τα μάτια μας σε δύο χρονικές στιγμές ταυτοχρόνως. Πώς περνάμε τη κρίση χωρίς αυτό το εκπαιδευτικό σύστημα να καταρρεύσει και από την άλλη μεριά πώς αυτό το εκπαιδευτικό σύστημα θα προχωρήσει σε κάτι άλλο και θα είναι ο οδηγός για το μέλλον.
Θα πω δύο πράγματα για τα πανεπιστήμια: Είναι περίεργο ότι από το 2007, ενώ παρεμβλήθηκε ο νόμος του 2011 και μετά ο νόμος του 2013, σε πάρα πολλές περιπτώσεις επιστρέφουμε στον νόμο του 2007. Για να λύσουμε διάφορα προβλήματα που μας δημιούργησαν οι επόμενοι νόμοι.
Αρκεί να αναφέρω το θέμα της λειτουργίας του τμήματος ως πυρήνα της ακαδημαϊκής ζωής και από τη άλλη μεριά τη σημαντική αλλαγή των εκλεκτορικών σωμάτων που θέλουμε να επαναφέρουμε βάσει του νόμου του 2007.
Θέλω να πω με αυτό ότι οι νομοθετικές αλλαγές δεν πρέπει να σηματοδοτούν την εμμονή ότι πρέπει να αλλάξει άρδην το “DNA” των πανεπιστημίων ή οποιουδήποτε άλλου πράγματος.
Τα ακαδημαϊκά μας ιδρύματα όπως και οι υπόλοιπες βαθμίδες έχουν μία παράδοση η οποία έχει αποφέρει καρπούς: βγάζει σημαντικούς επιστήμονες.
Έχει όμως δημιουργήσει και πολλές αγκυλώσεις που χρειάζονται αλλαγές. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποδομεί κανείς μία παράδοση που απέφερε καρπούς στο όνομα των αγκυλώσεων που είχαν δημιουργηθεί.
Θα έλεγα ότι από τα θέματα που συζητάμε τώρα στο διάλογο κρίσιμης σημασίας είναι: πρώτον ο χάρτης των ΑΕΙ. Εδώ πρέπει να ομολογήσουμε ότι παρά το γεγονός ότι μπορώ να καταλάβω τη λογική της εποχής που υπήρχε ανάπτυξη, η εξακτίνωση πανεπιστημίων στη περιφέρεια μπορούσε να συμβάλει και σε κάτι άλλο πολύ σημαντικό. Ότι τοπικές κοινωνίες αποκλεισμένες από το κέντρο μπορούσαν να αποκτήσουν φορείς πολιτισμού και ζωτικότητας από τη νεολαία. Σε πολλές περιπτώσεις όμως δημιουργήθηκε ένα δύσκολο – για να μην πω άναρχο- τοπίο το οποίο πρέπει να δούμε.
Όχι μόνο για οικονομικούς λόγους αλλά και για ακαδημαϊκούς έτσι που έχει διαμορφωθεί πλέον ο χάρτης των ΑΕΙ.
Το άλλο θέμα που συμφωνώ με τη κύρια Γιαννάκου είναι το θέμα της αυτονομίας των ΑΕΙ. Βεβαίως πρέπει να είναι και είναι αυτόνομα τα ΑΕΙ, αλλά διαπιστώνω πάρα πολλές φορές ότι ο Υπουργός είναι υποχρεωμένος να υπογράφει, αν για παράδειγμα θα πάει ένα μέλος ΔΕΠ στη τάδε χώρα να κάνει μία συμφωνία στο να συγγράψουν ένα βιβλίο.
Έρχεται τώρα να υπογράψει αυτό το χαρτί ο Υπουργός, ένα πράγμα που ήταν αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης ή της συγκλήτου και έπρεπε μην φτάνει ποτέ στο Υπουργείο.
Συμφωνώ με τις πολλές αλλαγές ονομασιών και εκεί είναι το θέμα των ορίων αυτονομίας ή παρέμβασης του Υπουργείο που κανονικά θα έπρεπε να αφορά τα ΑΕΙ.
Αλλά σε κάποιες περιπτώσεις αυτές οι αλλαγές ονομασιών των τμημάτων δεν φαίνονται να γίνονται με τον πλέον ακαδημαϊκό τρόπο. Από την άλλη πλευρά όμως εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει μία εποπτεία του κράτους-ένα εργαλείο που να εποπτεύει πως λειτουργεί η δημόσια δωρεάν παιδεία-δεν υπάρχει, αλλά έχει αφεθεί σε ένα τοπίο ανεξέλεγκτο και μιλάω για τον χάρτη των μεταπτυχιακών, τις συνεργασίες με ξένα πανεπιστήμια, κυρίως με ιδιωτικά, κλπ. Υπάρχουν θέματα προς συζήτηση. Εδώ θέλω να πω επίσης, με την ιδιότητα μου ως πανεπιστημιακός, ότι η πειθαρχία στην έρευνα είναι πάρα πολύ σημαντική και έτσι ερχόμαστε και στον τομέα του σχολικού βιβλίου.
Η τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπως όλη η εκπαίδευση, πρέπει να εξασφαλίσει δύο πράγματα για όλους όσοι θέλουν και όσες θέλουν να έχουν πρόσβαση και στην ανώτατη εκπαίδευση και την πειθαρχία στην έρευνα δηλαδή την ακαδημαϊκότητα.
Ως προς την ισότητα θέλω να πω ότι αυτά τα χρόνια της κρίσης πλήττεται και υπονομεύεται. Θα μιλήσω για την υποχρηματοδότηση- που και η δική μας κυβέρνηση περιόρισε τον προϋπολογισμό- κυρίως για τα ΑΕΙ και για την υποστελέχωση που τώρα διορθώνεται.
Αλλά πάνω από όλα, και για αυτό λέω ότι πρέπει να μιλάμε για ανώτατη εκπαίδευση και για εκπαίδευση εν συνόλω την περίοδο της κρίσης, υπονομεύεται η ισότητα όλων των ανθρώπων κυρίως με τα δίδακτρα και το άναρχο τοπίο στα μεταπτυχιακά.
Εκεί δηλαδή πρέπει να υπάρξουν αποφάσεις που αν μην τι άλλο η μέγιστη αρχή της ισότητας δεν θα υπονομεύεται.
Πιστεύω ότι τα ΑΕΙ τα ελληνικά παρά την κρίση έχουνε διατηρήσει ένα υψηλό επίπεδο ακαδημαϊκότητας. Το θέμα είναι να διατηρηθεί και να βρεθεί η φόρμουλα ώστε να διαχέεται στις υπόλοιπες βαθμίδες της εκπαίδευσης.
Σε αυτό που θα έπρεπε να γίνει μία διεξοδική συζήτηση είναι ότι ενώ έχουμε τομέα έρευνας μεγάλο, ειδικά στα πανεπιστήμια, η διάχυση της έρευνας στις υπόλοιπες βαθμίδες είναι πάρα πολύ προβληματική.
Προσκρούει σε πάρα πολλές αντιστάσεις οι οποίες δεν έχουν καμφθεί ακόμα και σήμερα.
Η πρωτολογία του υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, Νίκου Φίλη:
Πατήστε εδώ. Θα μεταφερθείτε εκτός ιστοτόπου ώστε να δείτε το βίντεο
Στη δευτερολογία του ο υπουργός, κινούμενος σε συναινετικό κλίμα, είπε για το θέμα των Θρησκευτικών: "Με καλύπτει η κ. Γιαννάκου απολύτως. Είναι αρμοδιότητα της Πολιτείας να αποφασίσει για τα Θρησκευτικά και αυτό συμβαίνει... Άλλωστε σημειώνω με μεγάλη ικανοποίηση ως πολίτης ότι η Εκκλησία σήμερα δεν είναι στην εποχή των ταυτοτήτων, είναι στην εποχή της φιλάνθρωπης δράσης υπέρ των αναξιοπαθούντων Ελλήνων ή και προσφύγων."
Για το θέμα της ιστορίας ο υπουργός τόνισε: "Νομίζω ότι πρέπει η συζήτηση για την ιστορία που έχει να κάνει με την ταυτότητα των πολιτών να γίνεται με ένα τρόπο ψύχραιμο, με ένα τρόπο ανεκτικό, με μια αντίληψη ότι δεν υπάρχει μία αλήθεια αλλά υπάρχουν πολλές αλήθειες, αρκεί να είναι επιστημονικά τεκμηριωμένες. Επαναλαμβάνω ότι με σεβασμό στην ιστορία, στις μνήμες, στον πόνο του Ελληνισμού και ιδιαίτερα του Ποντιακού Ελληνισμού που ήταν θύμα της τουρκικής θηριωδίας, αντιμετωπίζουμε το σύνολο της ιστορίας".
Η δευτερολογία του υπουργού:
Στα όσα είπε η κ. Γιαννάκου θα ήθελα να θέσω μερικά ερωτήματα: Μέχρι την κρίση-μέχρι το 2009 -ξοδεύτηκαν περίπου τρία κοινοτικά πλαίσια στήριξης. Μιλάμε για εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ στο χώρο της εκπαίδευσης. Τι έγιναν αυτά? Γιατί όπως είπε η ίδια, παρέλαβε ένα ολοήμερο σχολείο που δεν ήταν ενταγμένο στον κρατικό προϋπολογισμό αλλά ήταν με κοινοτικά κονδύλια δηλαδή με προσωρινή χρηματοδότηση. Τα ίδια συνέβησαν και μετά. Οι προσωρινοί πόροι. Γιατί ιδρύθηκαν σε όλη την Ελλάδα πανεπιστημιακά τμήματα και ΤΕΙ, με κοινοτική χρηματοδότηση, χωρίς να προβλεφθεί η ένταξή τους το 2003, γιατί; Πολλά γιατί υπάρχουν για το πάρτι που έγινε με τα κοινοτικά κονδύλια, με αντιλήψεις δυστυχώς πελατειακών σχέσεων στο χώρο της εκπαίδευσης. Και είναι και αυτό το πάρτι για το οποίο ευθύνονται τα κόμματα που κυβέρνησαν .Είναι υπεύθυνα για την κρίση της εκπαίδευσης, πριν υπάρξει η κρίση η οικονομική. Αν τώρα στην οικονομική κρίση εντοπίσουμε μερικά στοιχεία θα καταλάβετε σε τι δεινή θέση έχει περιέλθει αυτή τη στιγμή η εκπαίδευση, δηλαδή η κοινωνία μας, δηλαδή το μέλλον της χώρας.
Είπε η κ. Γιαννάκου ότι για την ανώτατη εκπαίδευση ο προϋπολογισμός της εποχής της ήταν 1,4% του ΑΕΠ. Ξέρετε πόσο είναι σήμερα; Είναι 2.8% για το σύνολο της εκπαίδευσης. Και για ένα ΑΕΠ που είναι κατά 25% δηλαδή κατά 40-50 δισεκατομμύρια μικρότερο από την εποχή της κ. Γιαννάκου. Αυτό τι σημαίνει; Σημαίνει την κατασπατάληση των πόρων που είχαμε, το πάρτι που έγινε μέχρι την κρίση.
Αλλά και η πολιτική των μνημονίων που οδήγησαν στην καταρράκωση την οικονομική και την εκπαιδευτική τα χρόνια αυτά, συνθέτουν-δυστυχώς-ένα πολύ δύσκολο πρόβλημα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε μπροστά μας.
Η παιδεία, πριν την κρίση ήταν σε κρίση, μέσα στην κρίση την οικονομική είναι σε διπλή κρίση. Απ’ αυτήν πρέπει να βγούμε. Και θα βγούμε όχι με αντιδικίες-συμφωνώ-δε θα βγούμε μ’ ένα κλίμα εθνικιστικής δημαγωγίας, ούτε με ένα κλίμα θρησκόληπτης καταφυγής, δε θα βγούμε μ’ ένα κλίμα μικροκομματικών αψιμαχιών, θα βγούμε με ψύχραιμη, νηφάλια αναζήτηση των αιτίων και επιδίωξη συναινέσεων παρά τη διαφορετική άποψη του καθενός.
Για όσα είπε η κ. Γιαννάκου σχετικά με το θέμα των Θρησκευτικών, με καλύπτει. Απολύτως. Είναι αρμοδιότητα της Πολιτείας να αποφασίσει για τα Θρησκευτικά, αυτό συμβαίνει. Υπενθυμίζω ότι η προηγούμενη αλλαγή των βιβλίων Θρησκευτικών έγινε και διαφώνησε η Εκκλησία-αλλα έγινε η αλλαγή των βιβλίων επί κυβερνήσεως, νομίζω Παπανδρέου, αν θυμάμαι καλά. Διαφώνησε η Εκκλησία, έγινε η αλλαγή των βιβλίων, διότι βάσει του Συντάγματος, την ευθύνη για την εκπαίδευση των πολιτών την έχει το κράτος. Το δημοκρατικά νομιμοποιημένο και εξουσιοδοτημένο κράτος. Εμείς επιδιώκουμε τον διάλογο, δε θέλουμε να φτιάξουμε κλίμα αντιδικίας. Δυστυχώς διαβάζουμε στις εφημερίδες ότι ένα τέτοιο κλίμα υφέρπει στους κόλπους της ιεραρχίας. Έχουμε εμπιστοσύνη ότι η εκπροσώπηση η θεσμική της ιεραρχίας θα είναι στο ύψος των περιστάσεων.
Άλλωστε σημειώνω με μεγάλη ικανοποίηση ως πολίτης ότι η Εκκλησία σήμερα δεν είναι στην εποχή των ταυτοτήτων, είναι στην εποχή της φιλάνθρωπης δράσης υπέρ των αναξιοπαθούντων συνανθρώπων μας, Ελλήνων ή και προσφύγων.
Και αυτό είναι ένα θετικό στίγμα που μπορώ σήμερα να αναφέρω, ελπίζοντας ότι μπορεί να υπάρξει μια συνεννόηση.
Δεύτερο θέμα, αναφέρθηκε η κ. Γιαννάκου στην άλλη περιπέτεια. Στην περιπέτεια της ιστορίας. Η ιστορία, όπως και η γλώσσα, όπως και η θρησκεία, προσφέρονται για συμβολικού τύπου συγκρούσεις. Δεν υποτιμώ τον συμβολισμό. Αλλά κάποτε να πάμε και στην ουσία. Πέρα από τα σύμβολα υπάρχει και η ουσία. Γι’ αυτό νομίζω ότι πρέπει η συζήτηση για την ιστορία που έχει να κάνει με την ταυτότητα των πολιτών να γίνεται μ ένα τρόπο ψύχραιμο, με ένα τρόπο ανεκτικό, με μια αντίληψη ότι δεν υπάρχει μία αλήθεια αλλά υπάρχουν πολλές αλήθειες, αρκεί να είναι επιστημονικά τεκμηριωμένες.
Δε θέλω να επανέλθω σε αυτά τα οποία άκουσα. Επαναλαμβάνω ότι με σεβασμό στην ιστορία, στις μνήμες, στον πόνο του Ελληνισμού και ιδιαίτερα του Ποντιακού Ελληνισμού που ήταν θύμα της τουρκικής θηριωδίας, αντιμετωπίζουμε το σύνολο της ιστορίας. Και είναι λάθος να λέγεται ότι εξαιρέθηκε το τμήμααυτό του παρευξείνιου ελληνισμού από το σχολείο. Υπάρχει στα σχολικά εγχειρίδια.
Πέρυσι λοιπόν, επειδή έγινε μια αναμόρφωση προκειμένου να υπάρχει δυνατότητα καλύτερης εξέτασης του μαθήματος, υπήρξε αναφορά του θέματος αυτού στο κεφάλαιο με τη Μικρασιατική Καταστροφή –πλήρης αναφορά –και απλώς δεν συμπεριλαμβάνεται στην εξεταστέα ύλη. Συνεχίζει να διδάσκεται απ’ τα σχολικά εγχειρίδια. Πρέπει να είμαστε επαναλαμβάνω νηφάλιοι, ψύχραιμοι.
Πατήστε εδώ. Θα μεταφερθείτε εκτός ιστοτόπου ώστε να δείτε το βίντεο
Στο κάλεσμα της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής προς πρώην υπουργούς Παιδείας για τη σημερινή της συνεδρίαση στο πλαίσιο του Εθνικού και Κοινωνικού Διαλόγου για την Παιδεία ανταποκρίθηκε η κ. Μ. Γιαννάκου, ενώ ο κ. Γ. Αρσένης δεν μπόρεσε να παραστεί εξ’ αιτίας προσωπικού θέματος και απέστειλε υπόμνημα. Υπομνήματα απέστειλαν και η κ. Α. Διαμαντοπούλου καθώς και ο κ. Κ. Αρβανιτόπουλος.
Η ομιλία της κ. Μαριέττας Γιαννάκου, πρώην Υπουργού Παιδείας:
Ευχαριστώ για την πρόσκληση. Είναι προφανές ότι, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος του διαλόγου, άπαξ και έχω υπάρξει μέλος της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά και 14 χρόνια βουλευτής του Εθνικού Κοινοβουλίου, δεν μπορούσα να αρνηθώ την πρόσκληση του Κοινοβουλίου. Είναι προφανές αυτό. Αντί να σας πω ολόκληρες ιστορίες για το τι έγινε κατά τη διάρκεια της θητείας μου, τα οποία τα ξέρετε λίγο ως πολύ, θέλω να κάνω ορισμένες επισημάνσεις που έχουν σχέση με οποιοδήποτε σύστημα παιδείας ή οποιουσδήποτε θεσμούς θέλει κανείς να δημιουργήσει.
Η πρώτη παρατήρηση είναι ότι η απόσταση ανάμεσα στις θεσμικές αλλαγές, στην εφαρμογή και στην απόδοση είναι πάρα πολύ μεγάλη. Πρώτον, είναι μακροπρόθεσμα τα οφέλη της όποιας αλλαγής και, δεύτερον, από τη στιγμή που αυτό αφορά σε 200.000 περίπου στελέχη της εκπαίδευσης, αλλά και 1,5 εκατομμύριο μαθητές, φοιτητές κ.λπ., αντιλαμβάνεστε ότι μπορεί να είναι άψογο και τέλειο ένα σχέδιο νόμου ή μια αλλαγή, αλλά στην εφαρμογή, από την ώρα που έχει να κάνει με τόσο πολύ κόσμο, η απόδοση μπορεί να είναι μηδενική ως ελάχιστη.
Η δεύτερη παρατήρηση που έχω να κάνω είναι ότι είναι βασικό ζήτημα η εκπαίδευση των εκπαιδευτών. Το πώς επιλέγονται οι εκπαιδευτές και οι εκπαιδευτικοί το ξέρετε, με τις εξετάσεις του ΑΣΕΠ και με τη λίστα στα σχολεία. Στα πανεπιστήμια έχουν παρατηρηθεί φαινόμενα, βέβαια, νεποτισμού και οικογενειοκρατίας και κανείς δεν είναι βέβαιος για το τι και πώς γίνεται στα σχολεία, όταν μάλιστα υπάρχει αυτός ο θεσμός των φροντιστηρίων και των ιδιαίτερων μαθημάτων, που δεν ανθεί αλλού στον κόσμο τόσο πολύ όσο στη χώρα μας. Έχει γίνει σχεδόν παράδοση.
Η υποχρέωση της Πολιτείας είναι καταρχήν ένα καλό δημόσιο σχολείο. Ένα καλό δημόσιο σχολείο πρέπει να είναι και για τα παιδιά που είναι ευφυέστερα και έχουν και ένα καλό οικογενειακό περιβάλλον που τα βοηθάει, αλλά και για τα παιδιά που είτε είναι ευφυέστερα, είτε δεν είναι, είτε έχουν ένα περιβάλλον σχεδόν λειτουργικού αναλφαβητισμού και αυτό δεν είναι μόνο στη χώρα μας. Είναι σε πολλές χώρες, αν σκεφτείτε ότι στη Βρετανία το 24% του πληθυσμού θεωρείται αναλφάβητος.
Το πρώτο θέμα, λοιπόν, είναι πώς μπορεί κανείς να φτιάξει ένα καλό δημόσιο σχολείο, το οποίο καλό δημόσιο σχολείο, με τις απαιτήσεις της εποχής μας βέβαια, απαιτεί ταυτόχρονα και ξένες γλώσσες, αφού η γλώσσα μας, όσα θαύματα και αν έχει παράξει στο διεθνές προσκήνιο δεν είναι μια γλώσσα την οποία μπορεί να μεταχειρίζεται κανείς παντού. Πιστεύω ότι τα παιδιά πρέπει από την Γ΄ δημοτικού να μαθαίνουν ξένες γλώσσες. Εγώ το είχα μεταφέρει αυτό από την Ε΄ δημοτικό στην Γ΄. Είχα προσθέσει τα γαλλικά και τα γερμανικά και είχαμε κάνει και ένα πιλοτικό πρόγραμμα με ισπανικά και ιταλικά. Το κυπριακό σύστημα, αν το δει κανείς, έχει αρκετά καλή απόδοση. Βεβαίως, υπάρχει η ευκολία εκεί των αγγλικών, όπου, λίγο ως πολύ, όλοι μιλούν αγγλικά, αλλά οι ξένες γλώσσες είναι εργαλείο για την ηλεκτρονική εποχή και για την κοινωνία της πληροφορίας και για την κοινωνία της γνώσης και για τη μελέτη στην ανώτερη εκπαίδευση.
Το τέταρτο ζήτημα είναι αν τα παιδιά στο σχολείο πρέπει να διδάσκονται στεγνά και απλά τις απαραίτητες γνώσεις κυρίως στα μαθηματικά, στη φυσική και στα ελληνικά ή χρειάζεται και ένα περιθώριο για άλλου είδους εκπαίδευση, όπως υπάρχει μέχρι σήμερα ή αν έχει την ελευθερία ή πρέπει να έχει την ελευθερία ο εκπαιδευτικός να διδάξει, να μιλήσει, να συνεννοηθεί και να παράξει σε ώρες ελεύθερες από περιορισμούς. Η απάντησή μου είναι θετική, ότι ο εκπαιδευτικός πρέπει να μπορεί και να συστήσει άλλα βιβλία και να χρησιμοποιήσει τις πηγές – για αυτό και τα βιβλία πρέπει να έχουν πηγές – και να συζητήσει άλλα θέματα, τα οποία δεν σημαίνει ότι πρέπει να είναι της αρμοδιότητάς του, δηλαδή αντί να φέρουμε έναν γιατρό να μιλήσει για θέματα, υγείας ή δημόσιας υγείας, οι ίδιοι οι δάσκαλοι να μπορούν να φύγουν λίγο από το στενό πρόγραμμα το οποίο υπάρχει.
Αυτό, όμως, πρέπει να γίνει προγραμματισμένα, γιατί υπάρχει μια κακή συνήθεια στη χώρα μας επί μεγάλο διάστημα – τουλάχιστον εγώ αυτό παρέλαβα όταν έγινα Υπουργός – όπου το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο απαντούσε σε ερωτήματα διαφόρων φορέων και παραγόντων, οι οποίοι πήγαιναν στο σχολείο και έκαναν περίπου ό,τι ήθελαν. Δηλαδή, είχαμε καλλιτέχνες, ηθοποιούς και βιντεοκασέτες για τα ναρκωτικά που παρήγοντο από άσχετους ανθρώπους και γέμιζαν τις αποθήκες και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς.
Γιατί, όπως ξέρετε, τα παιδιά είναι οι καλύτεροι ακροατές. Δύσκολα έχουν αντιρρήσεις ιδιαίτερα σε μικρή ηλικία και είναι μια εύκολη υπόθεση, για πολλούς οι οποίοι θέλουν να παρουσιαστούν ότι κάνουν ταυτόχρονα και εκπαιδευτικό έργο. Άρα, τονίζω αυτή την ελευθερία των εκπαιδευτικών, μέσα όμως σε γενικά πλαίσια, τα οποία θα μπορούν να είναι περιγεγραμμένα για να αποφεύγονται αυθαιρεσίες αυτού του τύπου που περιέγραψα προηγουμένως.
Πολλοί μιλούν για ένα σχολείο ανοικτό στην κοινωνία. Τι είναι ένα σχολείο ανοικτό στην κοινωνία όμως και μέχρι που είναι ανοικτό το σχολείο στην κοινωνία; Δηλαδή μπορεί όποιος θέλει, όποια ομάδα θέλει, να ανακατεύεται στο σχολικό πρόγραμμα; Μπορεί η τοπική κοινωνία να καθορίζει ποιος κρατάει τη σημαία ας πούμε; Όχι σε καμία περίπτωση. Σχολείο ανοικτό για μένα δεν σημαίνει ότι, ο καθένας, ο οποίος αποκτά συλλογική δύναμη και εξουσία στις διάφορες περιοχές- η οποία δεν ξέρει κανείς από πού μπορεί να προέρχεται- μπορεί στα αναμειγνύεται στα προγράμματα των σχολείων και να πιέζει τους εκπαιδευτικούς, οι οποίο έτσι δεν μπορούν συλλογικά να συζητούν τα προγράμματα και να παρακολουθούν και να αξιολογούν και οι ίδιοι το έργο που έχουν παράξει.
Άρα ο γενικός όρος σχολείο ανοικτό στην κοινωνία χωράει πάρα πολύ αυθαιρεσία. Και δεν ξέρω αν είναι αυτός ο σκοπός του σχολείου. Ορισμένοι θεωρούν ότι το σχολείο είναι στεγνό, όταν το παιδί πρέπει να αφοσιωθεί στα μαθηματικά, στα ελληνικά κλπ. Όμως αυτά είναι τα βασικά εργαλεία, που θα χρησιμοποιήσει για να μάθει τα υπόλοιπα μόνο του ή για να αναδιφήσει εις τας γραφάς, δηλαδή είτε είναι ηλεκτρονικά μέσα αυτά είτε διεθνής βιβλιογραφία και οτιδήποτε. Άρα είναι αναγκαίο αυτά.
Το επόμενο θέμα είναι η λεγόμενη παπαγαλία. Βέβαια όσοι είναι της ηλικίας μας - εγώ τουλάχιστον που πήγα σε δημόσιο σχολείο και τελείωσα δημόσιο δημοτικό, γυμνάσιο και λύκειο - πραγματικά, θυμάμαι τους καθηγητές και τους δασκάλους μας να είναι απορριπτικοί ως προς τα παιδιά που πήγαιναν και παπαγάλιζαν το μάθημα. Ήταν αρνητικοί τελείως σε αυτό. Αυτό όμως, χρειάζεται κριτική σκέψη του διδάσκοντος και μετάδοση της διαδικασίας και της κριτικής σκέψης στα παιδιά. Διαφορετικά η παπαγαλία είναι η εύκολη κατάσταση.
Η παπαγαλία αυτή συνεχίζεται και φτάνει μέχρι το λύκειο και τις εξετάσεις του πανεπιστημίου. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι τα παιδιά πηγαίνουν να γράψουν έκθεση και κάνουν απέραντα φροντιστήρια για την έκθεση, και αμφιβάλω αν όποιος γράψει καλή έκθεση θα πάρει καλό βαθμό. Γιατί οι καθηγητές έχουν μάθει να διορθώνουν με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Ο οποίος είναι και αυτός αυτοματοποιημένος, δεν μπαίνουν στην ουσία και έτσι βλέπει κανείς πολλά παράπονα, για παιδιά που έγραφαν θαυμάσια και πήραν πολύ χαμηλούς βαθμούς όταν έδωσαν στο πανεπιστήμιο, γιατί δεν ήταν μέσα στην τυποποιημένη γραμμή.
Ξαναρχόμαστε συνεχώς στο θέμα της εκπαίδευσης των εκπαιδευτών, που είναι πολύ βασικό ζήτημα. Τα βιβλία. Βεβαίως πρέπει να υπάρχει βιβλιογραφία, πηγές και άλλα βιβλία. Βιβλιοθήκες υπάρχουν σε πάρα πολλά σχολεία και κουλτούρα βιβλιοθήκης πρέπει να δημιουργηθεί γιατί όσο και αν τα ηλεκτρονικά μέσα μας προσφέρουν τη δυνατότητα, εγώ αμφιβάλω αν μπορεί κανείς να διαβάσει ένα πολύ ωραίο βιβλίο όλο στον υπολογιστή ή αν αισθάνεται άνετα να το διαβάσει όλο στον υπολογιστή, είτε είναι πολύ νέος είτε είναι μεγαλύτερος.
Ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Εγώ απλώς θυμίζω ότι δώσαμε στους αρίστους και εν συνεχεία στην Γ΄ Γυμνασίου υπολογιστές σε όλα τα παιδιά, δηλαδή voucher για να αγοράσουν υπολογιστή και επίσης, εκπαιδεύτηκαν στην περίοδο εκείνη, 2004-2007, 120.000 καθηγητές που πήραν ηλεκτρονικό υπολογιστή και 30.000 εξ’ αυτών για να κάνουν διαδραστικό μάθημα. Αυτό βέβαια χρειάζεται χρόνο όπως αντιλαμβάνεστε δεν είναι κάτι που γίνεται σε μια ημέρα. Γι’ αυτό και όλο εκείνο το διάστημα διατέθηκαν πολλά χρήματα και στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και στην ηλεκτρονική εκμάθηση των υπολογιστών.
Το μεγάλο θέμα είναι το λύκειο. Πριν από αυτό όμως θέλω να σημειώσω ότι τα κόμματα στα προγράμματά τους είχαν ότι πρέπει το λύκειο να γίνει υποχρεωτική εκπαίδευση. Είμαι τελείως αρνητική σε αυτό παρά το γεγονός ότι το κόμμα μου το έλεγε πριν από το 2004. Σε καμία σοβαρή χώρα δεν είναι το λύκειο υποχρεωτική εκπαίδευση. Διότι τότε θα καταλήξουμε να γίνει υποχρεωτική εκπαίδευση και το πανεπιστήμιο και να χάσουν το χαρακτήρα τους οι ανώτατες σχολές.
Αντίθετα, προστέθηκε στον νηπιαγωγείο ένας υποχρεωτικός χρόνος και θα μπορούσε στο μέλλον να προστεθεί και άλλος ένας. Η Φιλανδία που κατάφερε από μια φτωχή αγροτική χώρα το 1990 να κάνει θαύματα στην ανάπτυξη και την τεχνολογία, παρά τα προβλήματα που είχε ενδιαμέσως-γιατί όλα τα συστήματα, ακμάζουν και παρακμάζουν-εξέτασε με ένα πολύ εκτενή διάλογο, το αν έπρεπε να πάνε πιο πάνω την υποχρεωτική εκπαίδευση και κατέληξαν πως όχι.
Αυτό που πρέπει να εξασφαλίσουμε είναι η αυτονομία του Λυκείου. Η εξάρτηση του Λυκείου από τις εξετάσεις για τις ανώτατες σχολές οδηγεί τα παιδιά σε καινούργιο κύκλο παπαγαλίας, σε απόρριψη αυτών που δεν είναι εξεταζόμενα μαθήματα και σε αποχή από το σχολείο, από το Μάρτιο και μετά. Αυτό είναι πάρα πολύ κακό όπως αντιλαμβάνεστε πόσο μάλλον που πρέπει να δώσουμε έμφαση και στην τεχνολογική εκπαίδευση στο επίπεδο του Λυκείου και σε κύκλους μαθητείας.
Το 2006 έγινε μια επένδυση 42.000.000 σε νέα εργαστήρια στα τεχνολογικά Λύκεια. Απολύτως σύγχρονα και μια αλλαγή του νόμου. Και ο νόμος κακόπεσε μετά και δεν ξέρω σε ποια κατάσταση βρίσκεται αυτή τη στιγμή η τεχνολογική εκπαίδευση, έχω όμως την υποψία ότι στην προσπάθεια μείωσης στο πλαίσιο του Μνημονίου, το Υπουργείο τότε έβαλε χέρι στην τεχνολογική εκπαίδευση. Με αποτέλεσμα να καταργηθούν πολλά μαθήματα. Τότε, είχα ερωτηθεί από κάποιον παράγοντα του Υπουργείου, για ποιο λόγο βάλαμε τόσα ελληνικά στο τεχνολογικό λύκειο, αφού αυτοί θα κάνουν κάποια χειρωνακτική δουλειά, θα βιδώνουν βίδες ή κάτι άλλο. Βέβαια, καταλαβαίνετε ότι δεν μπορούσα να συνεννοηθώ με τέτοια αντίληψη και είπα ότι η γνώμη μου είναι και στο τεχνολογικό λύκειο να υπάρχει επαρκώς η γλώσσα και τα μαθήματα αυτά, πόσο μάλλον που οι ανθρωπιστικές σπουδές έχουν παραμεριστεί διεθνώς, λόγω της ταχύτητας της τεχνολογίας, και είναι υποχρέωση του ελληνικού κράτους να μην τις αφήσει να πέσουν κάτω. Σας τα λέει αυτά ένας άνθρωπος που είναι των θετικών επιστημών και εκτιμά τις θετικές επιστήμες για τη σημερινή οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα.
Στο Λύκειο λοιπόν, υπάρχει νόμος από την εποχή του Γιώργου Παπανδρέου, όπου περιγράφεται δυνατότητα να υπάρχει ένα μπακαλορεά στο δημόσιο Λύκειο και όπως από τα ιδιωτικά σχολεία πηγαίνουν και σε ξένα πανεπιστήμια που αναγνωρίζεται το διεθνές μπακαλορεά, να μπορούν και από τα δημόσια. Δεν μπόρεσε να εφαρμοστεί και θα είναι πολύ δύσκολο και στο μέλλον. Ίσως πιλοτικά να πρέπει να γίνει μια προσπάθεια σε αυτό, γιατί εκεί χρειάζεται επιλογή των εκπαιδευτών, δηλαδή, χρειάζεται να γίνουν πράγματα που δεν είναι μέσα στα πλαίσια του γενικευμένου νόμου για το πώς προσλαμβάνεται και εκπαιδεύεται το προσωπικό κ.λπ.. Είναι όμως ένα θέμα, το οποίο, πρέπει να το δούμε στο μέλλον.
Ένα μεγάλο μέρος των νόμων για την εκπαίδευση είναι του 1932, επί Βενιζέλου, Όπως, για παράδειγμα, τα ξένα σχολεία όπου ακόμα υπάρχει απαγόρευση τα παιδιά των Ελλήνων να μην φοιτούν σε ξένα σχολεία. Την εποχή εκείνη, όταν έγινε ο νόμος τα ιδιωτικά ελληνικά σχολεία διαμαρτυρήθηκαν φοβούμενα ότι όλα τα παιδιά θα πάνε σε ξένο σχολείο και έτσι, απέμεινε αυτό μόνο για τους διπλωμάτες, αυτούς που ήταν στο εξωτερικό κ.λπ.. Υποθέτω ότι κανένας σοβαρός Υπουργός δεν αρνήθηκε σε κανένα Ελληνόπουλο να πάει σε ξένο σχολείο. Το που θα πάει το κάθε παιδί δεν είναι λογαριασμός του Υπουργείου, είναι λογαριασμός της οικογένειας, είναι ένα από αυτά που θέλουν αλλαγή. Είχε γίνει μια προετοιμασία στο Υπουργείο για το πώς θα λειτουργούν τα ξένα σχολεία και ορισμένες αλλαγές για τα ιδιωτικά σχολεία.
Οι εξετάσεις στο πανεπιστήμιο θεωρούνταν μεταρρύθμιση πολλές φορές στο παρελθόν. Μπήκαν επί Γεράσιμου Αρσένη 14 μαθήματα, έγιναν 9 μαθήματα και εγώ, θα τα έκανα 6 ευθύς αμέσως, γιατί νομίζω ότι τα μαθήματα αυτά ήταν πολλά. Αυτό που θα μπορούσε να γίνει ακόμα και με το σημερινό σύστημα εξετάσεων, είναι ότι κάποια μαθήματα θα μπορούσαν να εξεταστούν με multiplechoicesystem. Για παράδειγμα, εφαρμόσαμε αυτό το σύστημα στο νέο ΔΙΚΑΤΣΑ και σας θυμίζω ότι το αλλάξαμε και έγινε ΔΟΑΤΑΠ, όπως άλλαξε και η διοίκηση, όλοι οι υπάλληλοι και το κτίριο, με συμφωνία όλων των πτερύγων της Βουλής και οι εξετάσεις στην ιατρική, παρά την αντίδραση των ιατρικών σχολών, έγιναν με multiplechoice, τα αποτελέσματα έβγαιναν σε σαράντα λεπτά και δεν είχαμε το φαινόμενο να πληρώνει κάποιος εκατομμύρια για να έρθει από το εξωτερικό και να πάρει το αντίκρισμα του πτυχίου.
Οι μετεγγραφές του εξωτερικού είχαν καταργηθεί ήδη, κάτω από το βάρος των σκανδάλων του ΔΙΚΑΤΣΑ και αυτό πρέπει να παραμείνει ακόμη, εκτός αν προέρχονται οι φοιτητές από πανεπιστήμια που είναι πραγματικά ισότιμα και καλύτερα από τα ελληνικά πανεπιστήμια και αυτό, μπορείτε να εξετάσετε.
Τώρα, ας πάμε στα πανεπιστήμια. Ο νόμος και η μεταρρύθμιση που έγινε το 2007 αποσκοπούσε: Πρώτον, στη διεθνοποίηση των πανεπιστημίων. Δεύτερον, στην ποιοτική αναβάθμιση του επιπέδου τους, διότι με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές της Λισαβόνας 2000 - 2010, άν το 2010 δεν είχαμε προσαρμοστεί στον ανώτατο ευρωπαϊκό χώρο εκπαίδευσης, τότε τα ελληνικά πτυχία θα κινδύνευαν από μη αναγνώριση. Γι' αυτό και το 2005 έγινε ο νόμος για την ποιότητα στην εκπαίδευση, το συμπλήρωμα διπλώματος, δηλαδή, η αξιολόγηση των πανεπιστημίων και βέβαια, ευθύς αμέσως, μόλις η εσωτερική αξιολόγηση προχώρησε και δημιουργήθηκε η ΑΔΙΠ άρχισαν ελληνικά πανεπιστήμια να είναι στα πρώτα 500 στο διεθνές ranking που υπήρχε.
Οι αλλαγές που έγιναν τότε ήταν κυρίως η καθολική ψηφοφορία των φοιτητών, ο απεγκλωβισμός τους από τις νεολαίες των κομμάτων, η υποχρεωτική δημιουργία συλλόγων φοιτητών, η εκπροσώπηση με έναν φοιτητή και συνεχώς τον ίδιο επί ένα έτος στις διάφορες γενικές συνελεύσεις και βέβαια, η μεταφορά όλων των επιστημονικών αρμοδιοτήτων στην συνέλευση ειδικής σύνθεσης, στην οποία υπήρχε μόνο ένας φοιτητής εκπρόσωπος. Αυτό που παρέμεινε ήταν η ψηφοφορία με τους πρυτάνεις, που εν συνεχεία καταργήθηκε. Όμως, τα πανεπιστήμια δεν έκαναν τα βήματα που έπρεπε. Για παράδειγμα, για να τους διευκολύνουμε τότε φτιάξαμε ένα πρότυπο εσωτερικό κανονισμό και σήμερα, το ΕΚΠΑ δεν έχει εσωτερικό κανονισμό και αυτά έγιναν το 2007. Στείλαμε τον κανονισμό με σκοπό να τον προσαρμόσουν στα δικά τους, τους διευκολύναμε απολύτως.
Δεύτερον, για τον Γενικό Γραμματέα των Πανεπιστημίων, που στην ουσία ήταν μάνατζερ, έπρεπε να γίνει ελεύθερος διαγωνισμός. Αντί να γίνει αυτό, τα πανεπιστήμια ξαναπήραν τους ίδιους και μάλιστα, υπό το βάρος των σκανδάλων που πήγαν στα δικαστήρια για το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ένα πράγμα βλέπω, το οποίο, είναι θέμα ουσίας και βεβαίως, οι τετραετείς προγραμματισμοί που έγιναν και που υπεγράφησαν από το κάθε πανεπιστήμιο με τον Υπουργό Παιδείας και τον Υπουργό Οικονομικών, όπου προβλεπόταν πόσους θα πάρουν στην τετραετία, πόσους φοιτητές θα πάρουν χωρίς καμία παρέκκλιση και επομένως έδινε την ανεξαρτησία και αυτονομία στα πανεπιστήμια.
Η ουσία της ιστορίας είναι ότι δεν αφήνεται κανένας νόμος να λειτουργήσει για επαρκές διάστημα για να δούμε τα προβλήματα του, τα ελαττώματά του και αν φταίει ο νόμος ή φταίνε αυτοί που δεν τον εφαρμόζουν ή δεν τον εφαρμόζουν σωστά. Γι' αυτό και πρέπει να δούμε με προσοχή τι έχει γίνει μέχρι σήμερα, με την αίσθηση ότι υπάρχει συνέχεια στο κράτος. Δεύτερον, με την αίσθηση ότι για να γίνει πραγματική αξιολόγηση του έργου που έχει παραχθεί και κυρίως, να δούμε εάν τα οικονομικά μέσα και τα κοινωνικά που διατέθηκαν έχουν πραγματικό αντίκρισμα επί της ουσίας, δηλαδή, κοινωνική αποτελεσματικότητα, θα πρέπει επί επαρκή χρόνο να λειτουργήσουν οι νόμοι. Ούτε ο νόμος που έφτιαξα εγώ, λειτούργησε επί επαρκή χρόνο, ούτε ο επόμενος που έγινε φαίνεται ότι λειτούργησε επί επαρκή χρόνο.
Για αυτό και ανεξάρτητα από τι θα ειπωθεί εδώ πρέπει να ξαναδείτε τι μπορεί να λειτουργήσει και να συνάδει, πως μπορούν τα πανεπιστήμιά μας να μην ξεχωρίζουν με τρόπο αρνητικό από άλλα πανεπιστήμια της Ευρώπης και βέβαια να υπάρξουν οι διαδικασίες ώστε να σταματήσει η προσπάθεια που γίνεται, πολύ συχνά, μέσα στα πανεπιστήμια για λόγους συμφερόντων, της μετατροπής των τμημάτων, της προκήρυξης των θέσεων με βάση τον τίτλο συγκεκριμένων προσώπων και άλλα τέτοια φαινόμενα, τα οποία εμένα μου έτρωγαν πολύ χρόνο, γιατί αναγκαζόμουν να τα παρακολουθώ ένα-ένα για να μην γελοιοποιηθούμε. Σας λέω μόνο ότι τμήμα μου είχε στείλει πρόταση να αλλάξει ο τίτλος του σε τίτλο τμήματος πανεπιστημίου.
Επίσης, τα πανεπιστήμια διαμαρτύρονται ότι δεν έχουν αυτονομία. Δεν είναι αλήθεια. Η αλήθεια είναι ότι δεν τη θέλουν την αυτονομία εκεί που δεν συμφέρει. Για παράδειγμα όταν το νομικό συμβούλιο των πανεπιστημίων έλεγε ότι η τάδε εκλογή είναι παράνομη, ποτέ δεν το έστελναν πίσω στο τμήμα, γιατί ήταν παράνομη η εκλογή, αλλά στο υπουργείο. Εν συνεχεία διαμαρτύρονταν ότι παρεμβαίνει το υπουργείο. Λοιπόν αυτονομία αλλά και ευθύνη. Όχι συλλογική ευθύνη, αλλά ατομική ευθύνη.
Εν κατακλείδι κύριε Πρόεδρε τα πανεπιστήμια και η ανώτατη εκπαίδευση είναι χώροι εκπαίδευσης και έρευνας και επιστήμης, δεν είναι χώροι για κουβέντα ή για σαχλαμάρα, όπως πολλές φορές λένε ορισμένοι. Επομένως, η επιστήμη και η έρευνα είναι σαφώς ιεραρχημένη, έχει αυστηρότατους κανόνες, διαφορετικά δεν πρόκειται να παράξει έργο. Φυσικά η είσοδος των παιδιών στα πανεπιστήμια είναι επιλεκτική κ. Πρόεδρε, δεν είναι για όλους. Δεν υπάρχει μαζική είσοδος στα πανεπιστήμια κατά την προσωπική μου γνώμη. Σας ευχαριστώ πολύ.
Το υπόμνημα Αρσένη σε μορφή doc
Την Τρίτη 8 Μαρτίου πραγματοποιήθηκε στον ΟΚΑΝΑ η επίσημη έναρξη του Α΄ κύκλου του Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας (ΣΔΕ) Αγίων Αναργύρων, που ήδη έχει ξεκινήσει να υλοποιείται από την αρχή του χρόνου, στο πλαίσιο σύμπραξης του Υπουργείου Παιδείας και ΟΚΑΝΑ με στόχο την επανένταξη του πληθυσμού των θεραπευτικών προγραμμάτων του Οργανισμού.
Τα ΣΔΕ, ένας ήδη πετυχημένος θεσμός της Εκπαίδευσης Ενηλίκων, προσφέρουν σε όσους ενήλικες δεν έχουν ολοκληρώσει την υποχρεωτική εκπαίδευση, τη δυνατότητα επιστροφής τους στο εκπαιδευτικό σύστημα και σύνδεσής τους με την κατάλληλη για τον καθένα βαθμίδα εκπαίδευσης και κατάρτισης, προκειμένου να αποκτήσουν σύγχρονες γνώσεις και δεξιότητες, να ενισχύσουν την προσωπικότητά τους, να ανακτήσουν την αυτοεκτίμησή τους και να ενταχθούν στην αγορά εργασίας. Ο θεσμός των ΣΔΕ βρίσκεται σε απόλυτη αντιστοιχία με τη φιλοσοφία και τους στόχους των θεραπευτικών προγραμμάτων του ΟΚΑΝΑ που αντιλαμβάνεται την κοινωνική και επαγγελματική ενσωμάτωση των θεραπευομένων ως αναπόσπαστο μέρος της θεραπευτικής τους πορείας.
Στην τελετή επίσημης έναρξης παραβρέθηκαν ο Γενικός Γραμματέας δια Βίου Μάθησης κ. Παυσανίας Παπαγεωργίου, ο τέως Γ.Γ.ΓΔ.Β.Μ. κ. Γεράσιμος Σπαθής, ο Πρόεδρος του ΟΚΑΝΑ κ. Ευάγγελος Καφετζόπουλος και στελέχη των δυο Φορέων. Οι εκπαιδευτικοί του σχολείου παρουσίασαν τον σχεδιασμό και το πρόγραμμα της χρονιάς, ενώ εκπαιδευόμενοι και απόφοιτοι του ΣΔΕ Αγίων Αναργύρων μίλησαν για την εμπειρία τους από τη συμμετοχή στο πρόγραμμα.

Ο υπουργός Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, Νίκος Φίλης, θα συναντηθεί αύριο στις 10 το πρωί στο υπουργείο με τα ΔΣ της ΟΛΜΕ και της ΔΟΕ. Θέμα της συζήτησης θα είναι ο τρόπος διορισμού μέσω ΑΣΕΠ των εκπαιδευτικών για τη νέα σχολική χρονιά.